Τετάρτη, 28 Οκτωβρίου 2015

Jour fixe
[Το ταξίδι ενός φλιτζανιού]*


*Αντί Εισαγωγής—ή Περί τίνος πρόκειται


Η Πέτρα έβαλε το μπρίκι κι εμείς βάζουμε τα φλιτζάνια! Μην μού στολίζεσαι κι άσε τα κομμωτήρια και τους Χόντους! Κοίτα τι σου ζητά, η γυναίκα, και πράξε αναλόγως!
(...) ζητώ τη συμμετοχή σας σήμερα εδώ σε ένα φωτογραφικό...όργιο από αμέτρητα Φλιτζάνια! Με ανάλογες αναρτήσεις στα blog σας φυσικά! Με γενικό τίτλο: “Το ταξίδι ενός Φλιτζανιού”.
Μέχρι κι η Μουσική θα 'χει συμμετοχή! (...)
╰☆╮Το ταξίδι ενός Φλιτζανιού...

Μεγάλη η ανταπόκριση (και) σε αυτό το κάλεσμα της Πέτρας μαςॱ διαρκώς αυξάνεται η προσέλευση. Γι' αυτό σου λέω, πάρε το σερβίς το καλό της προικός, τις κούπες τις σπέσιαλ κι εκείνα τα κούτσικα τα φλιτζανάκια και μην τα σνομπάρεις. Όλοι κι όλα έχουν δικαίωμα στο παιχνίδι αυτού του πρωτότυπου ταξιδιού!

Για το δικό μου “ταξίδι” σκάρωσα μια ιστορία και, ίσως για πρώτη φορά στον ένα χρόνο αυτού του ιστολογίου, η καθυστέρηση στη δημοσίευση δεν οφείλεται στο πώς θα κυλήσει το γραπτό, μα στην αναζήτηση ανάλογου φωτογραφικού υλικού.

Ξεκινάμε;


Jour fixe


I. 2014 − Χειμώνας


Έκλεισε το παράθυρο και τράβηξε τις κουρτίνες. Το ψυχρό βοριαδάκι που φυσούσε από το πρωί είχε δυναμώσει κι όσο κι αν αγαπούσε το χάδι του, είχε πια μιαν ηλικία απαγορευτική για κάθε είδους παρασπονδίαॱ ένας μακρύς κατάλογος περιορισμών και απαγορεύσεων είχε αναρτηθεί σε κάθε δωμάτιο του σπιτιού, ως συναγερμός. Ζωή ήταν αυτή;
Όχι. Ζωή ήταν άλλη. Κι ευτυχώς, πρόλαβε να τρυγήσει κάτι από 'κείνη, όχι βέβαια με το κουτάλι όπως εκείνοι, μα και το κουταλάκι του γλυκού την έκανε τη δουλειά του.

Εκείνοι θα έρχονταν σε λίγες ώρες.
Όταν τους τηλεφώνησε για να τους προσκαλέσει, σ' όλων τη φωνή είχε διακρίνει οπωσδήποτε έκπληξη, υποψία έξαψης αλλά και δυσφορίαॱ συγκεκαλυμμένη μεν, αφού η ευγένεια ήταν έμφυτη στην τάξη τους, μα εύγλωττη.
Σαν να ήταν συνεννοημένοι δε, καθένας χωριστά προέβαλε ως πρόφαση το προκεχωρημένον της ηλικίας σε συνδυασμό με την απόσταση και τη δυσχέρεια των μετακινήσεων.
Φθηνές δικαιολογίες προϊδέαζαν ένα σαθρό άλλοθι για την απουσία τους. Δυστυχώς για τους ίδιους, οι ανοιχτοί λογαριασμοί με το παρελθόν έκαμψαν τις όποιες  —και δήθεν— αντιρρήσεις και ενστάσεις τους.
Έτσι μπράβο...
Ήταν προφανές πως άλλου είδους απόσταση προξένησε τη δυσφορία τουςॱ κατά βάθος, άλλωστε, το ήξερε: η εισβολή στα στεγανά είναι πάντα δυσάρεστη και ουδέποτε ευπρόσδεκτη. Ειδικά στην τάξη τους.

Το τσάι άχνιζε ακόμη, ευτυχώς. Μύρισε το άρωμά του, το γεύτηκε με δύο γουλιές και συνέχισε να διαβάζει από το σημείο που είχε μαρκάρει στο βιβλίο αποβραδίς.


II. 1967 − 1969


Οτιδήποτε συνέβαινε στα πέριξ του Κολωνακίου την άφηνε αδιάφορη. Ακόμη κι αν αυτό που συνέβαινε ήταν η ίδια η ζωήॱ ακόμη κι αν το οξυγόνο λιγόστευε και μια ολόκληρη κοινωνία βαριανάσαινε καθώς το στερούνταν μέρα με τη μέρα όλο και πιο πολύ.
Ήταν, ασφαλώς, θλιβερό που ο βασιλεύς είχε φερθεί τόσο επιπόλαια, διετάραξε τις σχέσεις του με το καθεστώς και αναγκάστηκε να εγκαταλείψει τη χώρα —πάντως, οι όποιες ανησυχίες της ήταν έωλες, την είχε καθησυχάσει ο στρατηγός. Όπως την είχε διαβεβαιώσει δε, η ίδια δεν είχε να φοβάται τίποτα, όπως, άλλωστε, και κανείς εθνικόφρων. «Έχομεν κοινόν εχθρόν, τον κομμουνισμόν, αγαπητή μου!», της είχε πει προσμειδιώντας κι αγγίζοντάς την ανεπαίσθητα με την παχουλή, ιδρωμένη του χούφτα.

Η Τίτα είχε αποδεχτεί το γεγονόςॱ είχε απόλυτη εμπιστοσύνη στο στρατηγό, σύμφωνα με τις πληροφορίες του οποίου «ο βασιλεύς εκινείτο προς την σωστήν κατεύθυνσιν, πλην όμως το στοιχείον τούτον είναι άκρως απόρρητον και εμπιστευτικόν». 
Έσβησε τη λάμπα —γνήσια Tiffany's, ένα μοναδικό κομψοτέχνημα από ιριδίζον γυαλί favrile—  κι αφέθηκε στις θωπείες του. Ως εραστής ήταν πληκτικός, ως άντρας καθόλου θελκτικός, όμως εκείνη είχε ανάγκη να την περιβάλλουν άτομα με κύρος και εξουσία. Επιπλέον —και σε αντίθεση με αρκετούς στρατιωτικούς του καθεστώτος— είλκυε την καταγωγή του από παλαιά, εύπορη αθηναϊκή οικογένεια και ήταν —Ω του θαύματος!— καλλιεργημένος.
Ωστόσο, εκείνο που η Τίτα θεωρούσε σημαντικότερο όλων ήταν η οικονομική ασφάλεια που της παρείχε η “φιλία” της με τον —γενναιόδωρο— στρατηγό, μια που η ίδια διατελούσε εν διαζεύξει κι είχε αναλάβει εξ ολοκλήρου τη φροντίδα της δεκαεπτάχρονης, πλέον, κόρης της, καθώς (όπως επεσήμαινε διαρκώς η οικιακή βοηθός) εκείνο−το−ρεμάλι−ο−ακατονόμαστος είχε αφήσει σύζυγο, θυγατέρα κι ένα βουνό χρέη.

Το Αντικίνημα της 13ης Δεκεμβρίου του 1967 ήταν το θέμα συζήτησης στη ζουρ−φιξ της 14ης Δεκεμβρίου και αφορμή, όπως φάνηκε από την εξέλιξη, να έρθουν πιο κοντά η Τίτα με τον —ύπανδρο— στρατηγό.
Η αγαπημένη συνήθεια της μικρής τους συντροφιάς —οι θρυλικές ζουρ−φιξ της Τίτας, κάθε Πέμπτη— τηρούνταν απαρέγκλιτα, πλην του θερινού διμήνου Ιουλίου − Αυγούστου και του πρώτου δεκαπενθημέρου του Σεπτεμβρίου.
Συγκεντρώνονταν από νωρίς το απόγευμα, απολαμβάνοντας τις θεσπέσιες γεύσεις τσαγιού που η οικοδέσποινα προμηθευόταν αποκλειστικά από το Fortnum & Mason, τουλάχιστον μία φορά το μήνα που επισκεπτόταν το Λονδίνο είτε για τα ψώνια της είτε για να παρακολουθήσει θεατρικές παραστάσεις αλλά και επιδείξεις μόδας είτε για να τα συνδυάσει όλα.


Το πρώτο δίωρο, γύρω από τα φλιτζάνια του μυρωδάτου τσαγιού, την τιμητική του είχε το ξόμπλιασμα. Νέα πιπεράτα και σκαμπρόζικα που κυκλοφορούσαν στον κύκλο τους πριν γίνουν ευρύτερα γνωστά από δαιμόνιους κοσμικογράφους και, οπωσδήποτε, πριν θαφτούν σαν τα μασούρια με τις λίρες και τα κασελάκια με τα διαμαντικά, στα πιο βαθιά συρτάρια της λεγόμενης καλής κοινωνίας.

Οι άνδρες, φυσικά και συμμετείχαν! Ειδικά ο στρατηγός και ο εξηκονταπεντούτης κύριος Φωκίων —μεγάλο όνομα στον εμπορικό και επιχειρηματικό χώρο— έκοβαν και έραβαν!

Η βραδιά κυλούσε σχεδόν πάντα με δείπνο, χαρτάκι, ποτό, ίσως κάποια παρτίδα σκάκι μεταξύ κυρίων. Κάποτε−κάποτε καλούσαν από το Επιτελείο στο τηλέφωνο τον στρατηγό —πάντα ενημέρωνε για το πού θα βρισκόταν— κι εκείνος ζητούσε συγγνώμη από την εκλεκτή ομήγυρη μα, τι να έκανε, αφού τον καλούσε το καθήκον και κυρίως, η πατρίς!
Δύο−τρεις φορές είχε δώσει «το παρών» ο Αντιπρόεδρος αυτοπροσώπωςॱ ο στρατηγός είχε φουσκώσει σαν παγώνι, ενώ η Τίτα μόνο που δεν λιποθύμησε από συγκίνηση!...

Οι μόνες που δεν απολάμβαναν αυτές τις βαρετές συνάξεις, ήταν η Πηνελόπη —η κόρη της Τίτας— και η Θεώνη, η επιστήθια φίλη της. Περνούσαν τα απογεύματα μαζί μελετώντας κι ακούγοντας μουσική ενώ μοιράζονταν μυστικά και όνειρα.
Η Τίτα δεν είδε με καλό μάτι τη φιλία ετούτη, καθόσον η Θεώνη προερχόταν από μικροαστική οικογένειαॱ οι γονείς της διατηρούσαν κατάστημα ψιλικών σ' ένα από τα στενά που σκαρφάλωναν στο Λυκαβηττό. Οι εξαιρετικές επιδόσεις της στα μαθήματα της χάρισαν την πολυπόθητη υποτροφία στο ακριβό γυμνάσιο που φοιτούσε η Πηνελόπη, όμως σχεδόν όλες οι συμμαθήτριές τους την σνόμπαραν.

Για την Τίτα, η εφηβεία της Πηνελόπης περνούσε αδιάφορα. Οι μεταξύ τους συζητήσεις ήταν ελάχιστες. Τα ενδιαφέροντα της μητέρας ήταν ο κύκλος της, τα πολύτιμα αντικείμενά της και ο στρατηγός.
Στο σπιτικό της Θεώνης, πάλι, ενώ υπήρχε περίσσεια αγάπης δεν υπήρχε χρόνος. Ούτε χρήματα. Τσίμα−τσίμα τα έβγαζε πέρα η πολύτεκνη οικογένεια κι επιπλέον, ο ελάχιστος χρόνος αφιερωνόταν στα τέσσερα μικρά.
Μισές και οι δύο, καθεμία για τους λόγους της, ήρθαν κοντά κι αλληλοσυμπληρώθηκαν.


III. 1970 − Χειμώνας


Για το αποψινό απόγευμα, σε μια προσπάθεια συμφιλίωσης με την Τίτα, η Θεώνη —η οποία, εκτός των άλλων, είχε χαρακτηριστεί από τους καθηγητές της εξαιρετικό ταλέντο στο σχέδιο και τη ζωγραφική— είχε φτιάξει με περισσή φροντίδα μια κάρτα με τις αγαπημένες γεύσεις τσαγιού των καλεσμένων και τα αντίστοιχα φλιτζάνια. 
Θα πρέπει εδώ να σημειωθεί ότι, παρόλες τις αντιρρήσεις της Τίτας, οι καλεσμένοι της είχαν την ιδιοτροπία να πίνουν το τσάι τους σε “παράταιρα” φλιτζάνια. Mόλο που η οικοδέσποινα είχε —μάταια— κάποιες φορές αποπειραθεί να σερβίρει στις φίνες, λευκές πορσελάνες της, η εμμονή της παρέας για τα συλλεκτικά της Herend έκαμψε τους ενδοιασμούς της και πλέον, κάθε φλιτζάνι γέμιζε γουλιά−γουλιά την ιστορία του.

— «Τι; Α! Όχι. Όχι, χρυσό μου, καταρχάς έχεις χρησιμοποιήσει τελείως αταίριαστους συνδυασμούς. Συν τοις άλλοις, απόψε θα είμαστε πολύ λιγότεροι. Κι επίσης, κανείς δεν πίνει χαμομήλι, αν είναι δυνατόν!»
Η Πηνελόπη που, όλο αγωνία, περίμενε ν' ακούσει τον έπαινο της μητέρας της για την κάρτα της φίλης της, ένοιωσε αντ' αυτού την προσβολή να διαπερνά την ίδια και κοκκίνισε μέχρι τις ρίζες των μαλλιών της. Η Θεώνη βούρκωσε μα έκλεισε δυνατά τα μάτια της, μην επιτρέποντας στον εαυτό της να καμφθεί από την αγένεια της Τίτας. 

Ενόσω η οικοδέσποινα περιφερόταν άσκοπα, καθοδηγώντας δήθεν την οικιακή βοηθό —η οποία, παρεμπιπτόντως, γνώριζε πολύ καλύτερα από την ίδια τη διαδικασία και τον ακριβή χρόνο της προετοιμασίας, μια που από τα δικά της χέρια περνούσαν όλα— οι δύο κοπέλες γέμισαν ένα πιάτο με τα περίφημα σάντουιτς από σολωμό, κρύο κοτόπουλο, και αγγούρι με τυρί κρέμα και φύλλα μέντας. Η Πηνελόπη έλεγε πως τίποτα δεν συγκρίνεται με την έκφραση της μητέρας της τη στιγμή που τα κορίτσια μπουκώνονταν με τα εδέσματα τα οποία προορίζονταν «για εκλεπτυσμένους ουρανίσκους!»

— «Εξαφανιστείτε! Πηγαίνετε μέσα, τώρα!» ψιθύρισε ημιλιπόθυμη η Τίτα, ενώ εκείνες προσπαθούσαν να μαντέψουν ποιοι θα ήταν οι  απόντες εκείνης της Πέμπτης, μια που τα φλιτζάνια είχαν κιόλας τοποθετηθεί στη ροτόντα.

— «Ο στρατηγός θα έρθει σίγουρα, βλέπεις το κίτρινο φλιτζάνι;» μουρμούρισε η Πηνελόπη. «Δεν τον συμπαθώ καθόλου, είναι γλοιώδης και το στόμα του στάζει μέλι για την κυβέρνηση του σιναφιού του...»


Η Θεώνη έβρισκε πολύ εξεζητημένο και μάλλον “πομπώδες” το φλιτζάνι του στρατηγού, μ' όλες εκείνες τις πεταλούδες και τα λουλούδιαॱ ίσως, πάλι, να ήταν το έντονο κίτρινο —χρώμα που, ούτως ή άλλως, ποτέ δεν της άρεσε.

Την πρώτη φορά που το είχε δει, είχε αφήσει να της ξεφύγει κάτι σαν «Τι κακογουστιά! Τι χοντροκοπιά!» για να εισπράξει από την Τίτα την πιο θυμωμένη απάντησή της. (Βέβαια, τις λίγες φορές που η Τίτα της απηύθηνε το λόγο, το έκανε απαξιωτικά και με κρύα καρδιά.)

— «Είσαι ανόητη, αδαής και βλάσφημη! Δεν με εκπλήσσει η άγνοιά σου, δεν περίμενα να είσαι εις θέσιν να εκτιμήσεις ετούτα τα έργα τέχνης —Πηνελόπη, σε βλέπω!— όμως σε αυτές τις περιπτώσεις, κράτα το στόμα σου κλειστό, κουφιοκέφαλη!
»Το φλιτζάνι που εσύ χαρακτηρίζεις ως “χοντροκοπιά”, είναι μια από τις μοναδικές, χειροποίητες δημιουργίες Herend. Η πορσελανοποιΐα του Herend μετρά σχεδόν 150 χρόνια, μια που ιδρύθηκε στην ομώνυμη πόλη της Ουγγαρίας το 1826 από τον ευφυή Vince Stingl ο οποίος ανεγνώρισε στην περιοχή τον ιδανικό τόπο για να πειραματιστεί στην πορσελάνη, στα μυστικά της οποίας είχε εντρυφήσει στη Βιέννη.
»Γιατί, ιδανικός τόπος; Καταρχάς, η άφθονη ξυλεία από τους λόφους Μπακόνι θα του εξασφάλιζε τη διαρκή τροφοδοσία των κλιβάνων. Επειδή δε η παρασκευή του μείγματος της πορσελάνης γίνεται “εν υγρώ”, οι υπάρχοντες νερόμυλοι των υδατορεμάτων θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για την άλεση των υλικών —ώστε να γίνουν πολύ λεπτά και ομοιογενή— εν συνεχεία για την ωρίμανσή τους στο νερό μέχρις ότου μεταβληθούν σε πολτό και τέλος, για την υποβολή της πάστας σε πολλαπλές διηθήσεις.
»Επιπλέον, η γη ήταν πλούσια σε ορυκτά και άργιλο, ενώ η περιοχή είχε ήδη παράδοση στη χειροτεχνία και ειδικά στην κεραμοποιΐα και επομένως, έτοιμο εργατικό δυναμικό.
»Δυστυχώς, ο καημένος ο Stingl είχε στερέψει οικονομικά —Πηνελόπη, σε βλέπω!— και του έλειπαν τα απαραίτητα κεφάλαια για την εισαγωγή της πρώτης ύλης που απαιτείτο, προκειμένου να παρασκευάσει τη φίνα πορσελάνη που οραματιζόταν.
»Αρκετοί εύποροι ιδιώτες, καθώς και ο επίσκοπος της Βεσπρέμ στάθηκαν στο πλευρό του, ενισχύοντάς τον οικονομικά, όμως δεν κατόρθωσαν να τον σώσουν από τη χρεωκοπία. Ο σημαντικότερος πιστωτής του,  Móric Fischer, τού πήρε τελικώς το εργοστάσιο κυριολεκτικά μέσα από τα χέρια, το 1839.
»Από εκεί και μετά ήρθαν ημέρες δόξας, μια που ο Fischer ήταν φιλόδοξος μα άλλο τόσο και ικανός και ξεκίνησε την παραγωγή καλλιτεχνικής πορσελάνης αμέσως, κατορθώνοντας, μέσα σε ένα χρόνο να χαίρει της εκτιμήσεως της ουγγρικής αριστοκρατίας και να αποκτήσει την αμέριστη στήριξή της.
»Το 1851, στην Παγκόσμια Έκθεση του Λονδίνου, τα προ­ϊόν­­τα —σε ρυθμό μπαρόκ και αυτοκρατορικό— της Πορσελανοποιΐας του Herend βρήκαν τεράστια απήχηση.
»Σου άφησα το καλύτερο για το τέλος, νεαρά μου. Οι πορσελάνες του Herend με τη χαρακτηριστική διακόσμηση από άνθη του κήπου, αγριολούλουδα και πολύχρωμες πεταλούδες —ακριβώς ό,τι εσύ χαρακτήρισες, επαναλαμβάνω, ως “χοντροκοπιά”— κέρδισαν τις προτιμήσεις και της βασιλίσσης της Αγγλίας, Βικτωρίας. Η Μεγαλειοτάτη —Πη-νε-λό-πη, σε βλέ-πω!— παρήγγειλε από την ουγγρική βιοτεχνία ένα πλήρες σερβίτσιο το οποίο μεταφέρθηκε στο Κάστρο του Ουίνδσορ. Προς τιμήν της, αυτό το μοτίβο πήρε το όνομά της.»


«Αμφιβάλλω αν συγκράτησες κάτι απ' όσα σου είπα, ελπίζω, ωστόσο, να συνειδητοποίησες ότι εφεξής θα πρέπει να δείχνεις τον δέοντα θαυμασμό και σεβασμό στα μοναδικά φλιτζάνια της συλλογής μου και...»


— «Γιατί άναψαν το τζάκι; Αφού έχετε κεντρική θέρμανση...» παρατήρησε η Θεώνη. Προτίμησε να συγκαλύψει με προσποιητή αμεριμνησία τα συναισθήματα ντροπής και ταπείνωσης που ανέσυρε η βουτιά του μυαλού της στο παρελθόν κι έμοιαζε να μην έχει ακούσει τη φίλη της.
Κοιτούσε εκστατική τις φλόγες να χορεύουν ακανόνιστα και να σκορπούν μιαν υπνωτική θαλπωρή.

— «Φιγούρες της μαμάς, κάνεις δα λες και δεν την ξέρεις... Έλα, άσε με τώρα, θα μας πάρει είδηση και θα μας ξαποστείλει, αυτή τη φορά για τα καλά. Κάτσε να δω αν θα έρθει ο...»

«Ο...» ήταν ο Φαίδων. Ο νεώτερος σε ηλικία της συντροφιάς των ζουρ−φιξ της του κύκλου της Τίτας. (Κάθε δεύτερη Δευτέρα μαζεύονταν στης Ερασμίας, κάθε πρώτη Κυριακή του μήνα στων Φιλώτα, και μία φορά το τρίμηνο —συνήθως Τετάρτη— στων Σεργίου.)

Τα δύο τελευταία χρόνια, ο Φαίδων ήταν πάντα και παντού παρών. Το “απόκτημα” της Μέλας. Ουδείς γνώριζε πούθε κρατούσε η σκούφια του, μα όταν κάποιος είναι τόσο νέος, τόσο ευγενικός και κυρίως, τόσο όμορφος όσο ο Φαίδων, η όποια διάθεση για ανασκάλεμα της ρίζας και της φύτρας περνά σε δεύτερη μοίρα.
Μία και μοναδική φορά ετέθη θέμα, από τον στρατηγό, και μάλιστα με άκομψο τρόπο.

Ήταν στο χριστουγεννιάτικο ρεβεγιόν της Έλσας, στην εκπνοή του 1968. Θα ήταν η τρίτη ή τέταρτη εμφάνιση που έκανε η Μέλα —το αντίπαλον δέος της Τίτας σε παρουσιαστικό και φινέτσα— με τον νεαρό σύντροφό της. 
Στην αρχή με τρόπο και εν συνεχεία, εντελώς απροκάλυπτα, οι καλεσμένοι δεν έλεγαν να τραβήξουν τα μάτια τους από το νεόκοπο ζευγάρι. Χαμηλόφωνα, σχεδόν ψιθυριστά, τα σχόλια έδιναν κι έπαιρναν. Εικασίες για την ηλικία του νεαρού, την καταγωγή του, την κοινωνική του θέση, τις διαθέσεις του απέναντι στη Μέλαॱ δηλητήριο σε μικρές ή μεγαλύτερες δόσεις.
Την ευτυχισμένη Μέλα γρήγορα περιτριγύρισαν οι “φίλες” της και, σε απόσταση ασφαλείας, οι σύζυγοί τους αλλά και αρκετοί “ελεύθεροι σκοπευτές”. 
Ο στρατηγός πλησίασε αθόρυβα τον νεαρό Φαίδωνα, ο οποίος αφενός έμοιαζε σαν ψάρι έξω από τα νερά του κι αφετέρου έδειχνε να απολαμβάνει την εξαιρετικά άρτια εκτέλεση του Liebestraum No.3 από τον πιανίστα που είχε κληθεί για τη μουσική κάλυψη του ρεβεγιόν.


Συστήθηκε βιαστικά, κοιτώντας βλοσυρά το νεαρό άντρα και πριν εκείνος προλάβει να ανταποδώσει το χαιρετισμό...
— «Είσθε κομμουνιστής; Το παρουσιαστικόν σας μού είναι δυσάρεστα οικείο, δυστυχώς όμως δεν ενθυμούμαι επακριβώς τον λόγον.»
— «Φαίδων Φωτίου. Εξ Αλεξανδρείας. Δεν σας γνωρίζω, αγαπητέ.»
Ο στρατηγός έσμιξε τα φρύδια, μισόκλεισε τα μάτια και συνέχισε να τον παρατηρεί. Οι πλησιέστεροι είχαν σταματήσει να συνομιλούν κι είχαν στρέψει την προσοχή τους στους δύο άντρες.
— «Αντιλαμβάνομαι ότι επιθυμείτε να συνεχίσουμε τη συζήτηση που ανοίξατε μα με περιμένει η συντροφιά μου. Εύχομαι να περάσετε υπέροχα το υπόλοιπο της βραδιάς... στρατηγέ μου


— «Όχι; Ήμουν σίγουρη ότι σου το είχα ξαναπεί! Η μαμά κόντεψε να σκάσει! Επειδή ήταν πολύ επιλεκτική στη ζουρ−φιξ της, φοβόταν ότι, με την τροπή που πήραν τα πράγματα, η παρέα θα παρουσίαζε διαρροές ή και απώλειες. 
»Δεν πίστεψα ποτέ ότι συμπαθεί ιδιαίτερα τη Μέλα κι έχω την εντύπωση ότι είναι κρυφοερωτευμένη με το Φαίδωνα! Pauvre maman, δυστυχώς σ' εσένα έλαχε ο κατιμάς, ο στρατηγός!...»

— «Τέλος καλό, όλα καλά, όμως.»

— «Ναι, ευτυχώς. Ο στρατηγός έσπευσε να ζητήσει πληροφορίες για τον Φαίδωνα από κάποιους... εξ Αλεξανδρείας φίλους του. Δεν γνώριζαν την οικογένεια, μόνον ένας είπε πως είχε ακούσει κατά τύχην το όνομα Φωτίου —«ήσυχοι άνθρωποι, απλοί»— κάτι το οποίο μαρτυρά πως ο όμορφος δεν προέρχεται από τζάκι αλλά και δεν έχει σχέση με ταραχοποιά στοιχεία. Επειδή, όμως, ο αγαπητικός της μαμάς είναι γνωστός κομμουνιστοφάγος —το καυχάται, άλλωστε— θαρρώ πως βλέπει παντού “εχθρούς” και όταν δεν τους βρίσκει, μάλλον προσπαθεί να τους δημιουργήσει! Διαστροφή!
»Ιιι! Θα έρθει! Το φλιτζάνι του... δίπλα στου στρατηγού!»

Η Θεώνη κοίταξε αινιγματικά τη φίλη της η οποία της ανταπέδωσε το βλέμμα. Δυο χρόνια σχεδόν, δεν είχε πάψει να της μιλά για τον Φαίδωνα. Έμοιαζε παράταιρος στη συντροφιά των ζουρ−φιξ, όχι τόσο επειδή ήταν πολύ νεώτερος από όλους μα επειδή ήταν πολύ σοβαρός, πολύ ντροπαλός, πολύ σεμνός, πολύ αθόρυβος. Όλως παραδόξως δε, φαινόταν να έχει κερδίσει τη συμπάθεια του στρατηγού, ο οποίος του είχε επανειλημμένως ζητήσει συγγνώμη για την ασεβή συμπεριφορά του τα Χριστούγεννα του ′68.


Η Πηνελόπη δεν μπορούσε να πάρει τα μάτια της από πάνω του όταν εκείνος έπινε γουλιά γουλιά το αγαπημένο του τσάι με πορτοκάλι και κανέλαॱ πολύ περισσότερο επειδή κάθε τόσο η ματιά του έπεφτε στο πρόσωπό της και το χάιδευε, θαρρείς.
Η Θεώνη ένοιωθε ότι θα ήταν ανεπίτρεπτο να της χαλάσει την ψευδαίσθηση —διότι περί αυτού επρόκειτο.
Όσο κι αν τα δυο κορίτσια έβρισκαν ανούσια τα κουτσομπολιά, εύχονταν να μην τελειώσει η ώρα του τσαγιού γιατί αυτό σήμαινε ότι θα έπρεπε να αποσυρθούν —αν δεν το είχαν ήδη κάνει.
Εκείνες, πάντως, έβρισκαν πολύ συχνά ευκαιρίες να εμφανίζονται σαν τους κομήτες και να αναστατώνουν —κατά την Τίτα— την ενήλικη συντροφιά.


Δεν ήταν καν επτά η ώρα όταν χτύπησε το τηλέφωνο. Από το Επιτελείο, ζητούσαν τον στρατηγό. Πρώτη φορά βλαστήμησε, όχι για άλλο λόγο μα η βροχή που έπεφτε από νωρίς ήταν τώρα καταρρακτώδης. Του ήταν δυσάρεστο να αφήσει τη θαλπωρή του τζακιού, να απαρνηθεί το δείπνο που προετοιμαζόταν και μοσχομύριζε, και να κλείσει τη βραδιά αυτή πολύ μετά τα μεσάνυχτα, πολύ μακριά από την αγκαλιά της Τίτας...
Ο Φαίδωνας του χαμογέλασε με συμπάθεια μα ο στρατηγός δεν πρόλαβε να τον δει. Η διακοπή ρεύματος βύθισε στο σκοτάδι το αρχοντικό της Μελεάγρου.

Η Αλκμήνη, η οικιακή βοηθός, έτρεξε βιαστικά στο δωμάτιο υπηρεσίας να φέρει τα σπαρματσέτα.
Ο στρατηγός κοντοστάθηκε και ξανακάθισε όπως−όπως, και μάλλον άγαρμπα, στην πολυθρόνα του, υπακούοντας στις προτροπές της συντροφιάς ν' αποτελειώσει το τσάι του, περιμένοντας παράλληλα λίγην ώρα, μήπως και κοπάσει η θεομηνία.

Με μοναδικό φως τις φλόγες του τζακιού και τις, σαν πυγολαμπίδες, φωτίτσες των κεριών, η Πηνελόπη είδε τα μάτια του Φαίδωνα πιο μαύρα μα και πιο λαμπερά από ποτέ.

Ο στρατηγός ένοιωθε έντονη δυσφορία κι η διάθεσή του είχε πέσει στο ναδίρ. Προσπάθησε να επικοινωνήσει με το Επιτελείο, να ενημερώσει ότι θα αργούσε λίγο, εξαιτίας της κακοκαιρίας, όμως και το τηλέφωνο είχε βλάβη. Δεν είχε άλλη επιλογή από το να φύγει.

— «Ειλικρινά λυπάμαι, μα πρέπει να σας αφήσω. Ποιος θα 'θελε να βρεθεί στο δρόμο ειδικά μια τέτοια βραδιά, αφήνοντας, μάλιστα, μια τόσο όμορφη...» σφίχτηκε κι ένοιωσε τον ιδρώτα παγωμένο να ξεχειλίζει από τους πόρους του «...μια τόσο όμορφη συντροφιά... Όμως, το καθήκον... και η πατρίς... με καλούν...»

Εκμεταλλεύτηκε το σκοτάδι που επικρατούσε στο προχώλ και φίλησε την Τίτα όπως στις πολύ ιδιαίτερες στιγμές τους.

Κατέβηκε με το ζόρι τις σκάλες, έκανε δυο βήματα στο πουθενά και σωριάστηκε στο πλακόστρωτο.

Η σκιά γλιστρούσε χορεύοντας ανάμεσα στις ριπές του δυνατού βοριά και της βροχήςॱ πέρασε απέναντι και χάθηκε προς τον Άγιο Σπυρίδωνα.

Στο σκοτάδι χαμηλώνουν οι φωνές, γίνονται ψίθυροι. Έτσι, ο ήχος της καμπάνας του Αγίου Νικολάου που σήμανε οκτώ, διαπέρασε —διακριτικά, έστω— τα κλειστά παράθυρα και χώθηκε ανάμεσα στις σιγηλές στιχομυθίες.

— «Τώρα! Δώσε μου το χέρι σου, τώρα!»


IV. 2014 − Χειμώνας


— «...Κι έκτοτε δεν σας ξαναείδαμε ποτέ!... Αναρωτιόμασταν αν είχατε φύγει μαζί ή καθένας χωριστά. Αν το είχατε προσχεδιάσει ή αν ήταν σύμπτωση... Γεγονός είναι πως, τόσο εσύ όσο και η Θεώνη, εξαφανιστήκατε από προσώπου γης!
»Θα μας λύσεις, λοιπόν, απόψε την απορία, Φαίδωνα;»

Η Πηνελόπη κρατούσε το χέρι της μητέρας της και τον κοιτούσε πικραμένη. Εκείνη την τρομερή —όπως αποδείχτηκε— βραδιά, σαράντα τέσσερα χρόνια πριν, είχε βιώσει τη μεγαλύτερη προδοσία της ζωής της. Ο άνθρωπος για τον οποίον έτρεφε βαθύτατα συναισθήματα είχε φύγει σαν τον κλέφτη, εκμεταλλευόμενος τη διακοπή ρεύματος —που δεν ήταν διακοπή ρεύματος. Εντελώς τυχαία η Αλκμήνη είδε τον κατεβασμένο γενικό, μα ήταν πλέον πολύ αργά— και το ίδιο είχε κάνει κι η αγαπημένη της φίλη, το μόνο άτομο που εμπιστευόταν και για το οποίο θα έβαζε το χέρι της στη φωτιά.

Μεγάλο το πλήγμα και για τη Μέλα —είδαν κι έπαθαν να τη συνεφέρουν— μα και για την Τίτα που, λίγες ώρες αργότερα, πληροφορήθηκε το θάνατο του στρατηγού, από ανακοπή. 

Οι εξελίξεις ήταν καταιγιστικές. Δίχως την ενίσχυση του στρατηγού, η Τίτα περιέπεσε σε εξαιρετικά δυσχερή οικονομική κατάσταση. Αναγκάστηκε να πουλήσει τα πολύτιμα αντικείμενα και τα κοσμήματά της πολύ χαμηλότερα απ' όσο υπολόγιζε.
Ευτυχώς, το καλό τους όνομα εξασφάλισε στην Πηνελόπη θέση δασκάλας σε γνωστό, ιδιωτικό σχολείο κι έτσι κατόρθωσαν να νοικιάσουν “ένα αξιοπρεπές διαμέρισμα” στη Ναυαρίνου. Αυτό όμως συνέβη αρκετά αργότερα, αφότου η Πηνελόπη ολοκλήρωσε τις σπουδές της στη Μαράσλειο κι ενώ στο μεταξύ ζούσαν στο σχεδόν άδειο —πλέον— νεοκλασσικό της Μελεάγρου, το οποίο, τελικά, περιήλθε στην τράπεζα.

Η Τίτα κοιτούσε το Φαίδωνα με θαμπό βλέμμα. Η ογδοντατριάχρονη, μαυροντυμένη γυναίκα, μπροστά του, είχε τα λευκά μαλλιά της πιασμένα σε σφιχτό, αυστηρό κότσο στη βάση του αυχένα τηςॱ το δέρμα της ήταν βαθιά σκαμμένο και τσακισμένο από το χρόνο μα και από τη θλίψη για τις απώλειές της που είχαν αναποδογυρίσει τη ζωή της σαν βαρκούλα σε φουρτουνιασμένο πέλαγος.

— «Ήξερα πως κάποτε θα έφευγες», μίλησε η Μέλα με τη ματιά της καρφωμένη βαθιά στη δικιά του, «μα δεν το περίμενα έτσιॱ τόσο άνανδρα, τόσο άξαφνα, τόσο... απροειδοποίητα!»
Στα ογδόντα πέντε της, έμοιαζε σχεδόν συνομήλική του —κι ας τον περνούσε δώδεκα χρόνιαॱ τα πανέμορφα μάτια της εξακολουθούσαν να σπιθίζουν, να απαιτούν.

— «Εκείνα τα χρόνια περιέκλειαν, σχεδόν σε ίσα μέρη, αλήθειες, μυστικά και ψέματαॱ ήταν επιβεβλημένο, θα έλεγα. Τώρα πια, κοντά μισόν αιώνα μετά, κανείς μας δεν κινδυνεύει από την παραδοχή της αλήθειας, από την ομολογία ενός ψέματος ή από την αποκάλυψη ενός μυστικού.
»Λοιπόν... ο στρατηγός είχε δίκιο όταν είπε πως το παρουσιαστικό μου τού ήταν δυσάρεστα οικείο... Ασφαλώς, δεν ήταν δυνατόν να είμαι ο ίδιος... αλλά η ομοιότητα με τον πατέρα μου, ήταν χαρακτηριστική!
»Το κακό για το στρατηγό ήταν πως εγώ ήξερα ενώ εκείνος πάσχιζε να θυμηθεί.
»Ήξερα πως συμμετείχε στην “Επιχείρηση Πυρσός”, που πραγματοποιήθηκε σε τρεις φάσεις, για την εκκαθάριση του Γράμμου από τους αντάρτες... Ο πατέρας μου ήταν αντάρτης και, όπως έμαθα εκ των υστέρων, προσωπικός εφιάλτης του —μετέπειτα— στρατηγού. 
»Στο τότε νεανικό και φρέσκο δικό μου πρόσωπο, διέκρινε το βλέμμα εκείνουॱ όμως, κάτι τα χρόνια που 'χαν φύγει, κάτι που εγώ δεν είχα, ακόμη, περάσει κακουχίες για να μου στέφουν τα μάτια και κάτι η ανύπαρκτη, σ' εμένα, γενειάδα, μάλλον του προκάλεσαν σύγχυση.
»Να πω εδώ ότι, ως —ήδη— μέλος αντιδικτατορικής οργάνωσης, χρησιμοποιούσα ψευδώνυμοॱ αυτό, με το οποίο με γνωρίσατε και με το οποίο σας είχα συστηθεί.»

— «Δε... δεν σε λένε Φαίδωνα;» ρώτησε παραδομένη, δίχως, τώρα, να τον κοιτάζει και με φωνή σβησμένη, η Πηνελόπη. «Ούτε καν τ' όνομά σου, δεν ήξερα, τελικά...» 

— «Όπως κανείς μας... Καμιά μας...» συμπλήρωσε, ψιθυρίζοντας σχεδόν, η Μέλα.


— «Σωστά. Όμως, δεν σας κάλεσα για να σας αποκαλύψω την ταυτότητά μου. Συνεχίζω, λοιπόν...
»Ο στρατηγός, πιάστηκε από το μόνο γνωστό στοιχείο που είχε —αυτό, το ψεύτικο όνομα, δηλαδή— κι έβαλε λυτούς και δεμένους να με ψάξουν.
»Ειλικρινά εξεπλάγην μαθαίνοντας ότι όντως υπήρχε κάποιος —άγνωστός μου και άσχετος, βεβαίως— Φωτίου εξ Αλεξανδρείας που, εν αγνοία του, έγινε το άλλοθί μου, το εισιτήριό μου στον... άσπιλο κόσμο σας.
»Έτσι, καθησυχασμένος και ανακουφισμένος, ο στρατηγός με προσέγγισε φιλικά, πλέον, κι εγώ συνέχισα ανενόχλητος να παίζω το ρόλο για τον οποίο ήμουν εξαρχής προορισμένος από την οργάνωσή μου: να παίρνω πληροφορίες για τις κινήσεις σας και να τις αναφέρω λεπτομερώς, ώστε να προγραμματίζονται κάποιες ενέργειες και δράσεις κατά της χούντας.
»Εκείνες τις μέρες, λίγο πριν τη ζουρ−φιξ στην οποία βρεθήκαμε για τελευταία φορά, είχαμε πληροφορίες ότι μάλλον είχαν ανακαλύψει ποιος πραγματικά ήμουν και πως υπολείπονταν κάποια ελάχιστα στοιχεία για την τελική επιβεβαίωση. Θα ενημερωνόταν δε προσωπικά, επ'αυτού, ο στρατηγός.»

— «Έτσι, αποφασίσαμε να αναλάβουμε δράση επιταχύνοντας, ας πούμε, τις διαδικασίες.»

Ο «Φαίδωνας» χαμογέλασε κι η ματιά του αγκάλιασε με τρυφερότητα τη γυναίκα που είχε εμφανιστεί, θα έλεγε κανείς, από το πουθενά!

— «Θεώνη;»

Συνέβησαν, τότε, πολλά πράγματα μαζί. Η Μέλα, με δύναμη απρόσμενη για την ηλικία της, σηκώθηκε και χαστούκισε τη Θεώνη. Η Πηνελόπη έχασε τις αισθήσεις της. Η Τίτα προσπάθησε να τη συνεφέρει, βρέχοντας όπως−όπως τα χείλη της με νερό.
Ώρα μετά, αφού επήλθε νηνεμία κι αφού η Πηνελόπη συνήλθε, οι δύο “παλιές φίλες” κοιτάχτηκαν.

— «Γιατί; Αφού ήμουν μαζί σας... Το είχες καταλάβει... Μισούσα το καθεστώς όσο κι εσείς. Προς τι, λοιπόν, τόση υποκρισία; Όλο αυτό το θέατρο;»

— «Για το καλό σου. Για την ασφάλειά σου. Επειδή δεν είχες τους λόγους και τα κίνητρα που είχαμε εμείς για να τους παλέψουμε. Κατ' επέκτασιν, λοιπόν, και για τη δική μας ασφάλεια, για τον αγώνα μας. Όμως, μην αποπροσανατολίζεις τη συζήτηση. Η ώρα είναι περασμένη κι έχουμε να σας πούμε κι άλλα...
»Ήταν ζήτημα ωρών ή ημερών να επιβεβαιωθεί η ταυτότητα τού “Φαίδωνα” —ευτυχώς που τα μέσα και η τεχνολογία βρίσκονταν σε βρεφικό στάδιο! Το δήθεν τηλεφώνημα από το Επιτελείο, λοιπόν, έγινε από έναν “δικό μας”.
»Όλες οι συνθήκες ήταν υπέρ μας. Ο καιρός, η βλάβη στο τηλέφωνο...»

— «Για το ρεύμα, ωστόσο, είχε μεριμνήσει η Θεώνη, αφήνοντας σε ανύποπτη στιγμή ελάχιστα ανοικτή την πόρτα. Η Αλκμήνη είχε φούριες και βρισκόταν διαρκώς πολύ μακριά από την είσοδο. Δεν ήταν δύσκολο για τον άνθρωπό μας να μπει, να κατεβάσει το γενικό και, μέσα στην αναμπουμπούλα να φύγει σαν κύριος.»

— «Φύγαμε λίγα λεπτά μετά την αναχώρηση του στρατηγού.» 

— «Με πρωτοβουλία αλλά και βοήθεια από την οργάνωση, φύγαμε στο εξωτερικό, απ' όπου συνεχίσαμε τον αγώνα μας.»

— «Τον καιρό της ειρήνης, ασχολήθηκα ολοκληρωτικά με τη ζωγραφική. Κάνω συχνά εκθέσεις —τώρα, βέβαια, λόγω ηλικίας, σπανιότερα— και έρχομαι σε επαφή με δεκάδες ανθρώπους της τέχνης.» Η Θεώνη πήρε βαθιά ανάσα, μοιάζοντας να έχει φτάσει στον πυρήνα τής, από κοινού με τον Φαίδωνα, εξομολόγησής της.

— «Σε μια από τις επισκέψεις μου σε γνωστό οίκο δημοπρασιών, Τίτα... τι λες ότι βρήκα;»

Η Τίτα είχε και πάλι βυθιστεί σε μελαγχολία, έχοντας πλέον να διαχειριστεί και τον πόνο της Πηνελόπης.

— «Τα φλιτζάνια σου! Τα Herend σου! Τη συλλογή σου που είχες πουλήσει κοψοχρονιά, προκειμένου να εξασφαλίσεις λίγες ακόμη ημέρες ευζωίας... 
»Η πτώσις σου ήτο βεβαία, Τίτα. Τέτοια κακοδιαχείριση από πλευράς σου και δίχως το στρατηγό, ήταν κάτι παραπάνω από σίγουρο πως θα καταστρεφόσουν... Τέλος πάντων, δεν είναι δουλειά μου να σε κρίνω, ούτε και ο χρόνος να το συζητήσουμε. Παρενθετικά, και προς πληροφόρησή σου, ο δημοπράτης με ενημέρωσε αναλυτικά για το πώς έφτασε από την Ελλάδα στα χέρια του η περίφημη αυτή συλλογή.
»Πλούσιοι, πραγματικά πλούσιοι, δεν γίναμε ποτέ. Όμως μού ήταν αδύνατον να αντισταθώ στην ομορφιά της συλλογής σου που, πια, σαν άνθρωπος της τέχνης κι εγώ, την έβλεπα με άλλο μάτι.
»Για να μη σε κουράζω άλλο...»

Η Θεώνη βγήκε για λίγο από το σαλόνι κι επέστρεψε κρατώντας κάτι βαρύ και ογκώδες.
Άνοιξε την πολυτελή θήκη μπροστά στην Τίταॱ τα μάτια της έτρεχαν καθώς χάιδευε ένα ένα τα φλιτζάνια.
Πήρε το κίτρινο, του στρατηγού, και το έκλεισε τρυφερά στις παλάμες της, σαν μωρό... Έκλαιγε και χαμογελούσε.

— «Είναι δικά σου», της είπε η Θεώνη.


Επίλογος


Όταν έφυγαν οι καλεσμένες τους, το χιόνι είχε αρχίσει να πέφτει απαλά και τώρα, λίγες ώρες μετά, ο κήπος ήταν καλυμμένος από ένα μαλακό, κάτασπρο χαλίॱ η νύχτα τους ήταν λευκή μα ανάλαφρη. Παραδίδοντας τη συλλογή στην Τίτα, είχαν κλείσει τις τελευταίες τους εκκρεμότητες με το μακρινό παρελθόν.


Το ότι ο  “Φαίδωνας”, εκμεταλλευόμενος το σκοτάδι, είχε στάξει ακόνιτο —«Για 'σένα, πατέρα»— στο φλιτζάνι του στρατηγού κλείνοντας, εκείνο το βράδυ του ′70, τη δική του, προσωπική εκκρεμότητα, ήταν κάτι που ούτε η Θεώνη θα μάθαινε ποτέ.
Ήταν το μυστικό που θα 'παιρνε μαζί του, φεύγοντας από τον κόσμο.

Ήταν το μυστικό που, ήδη, το 'χε πάρει το φλιτζάνι...


______________________________________________________
• Επιχείρηση Πυρσός: Αναφορά στο Σχέδιο Πυρσός (Επιχείρηση σε τρεις φάσεις, του κυβερνητικού στρατού, εναντίον του Δημοκρατικού Στρατού, στην τελευταία φάση του Εμφυλίου Πολέμου)
     Πυρσός Α' : 2 έως 8 Αυγούστου 1949, Γράμμος
     Πυρσός Β' : 10 έως 16 Αυγούστου 1949, Βίτσι
     Πυρσός Γ' : 24 έως 30 Αυγούστου 1949, Γράμμος
• Ακόνιτο: δηλητηριώδες φυτό. Με ιατρική οδηγία χρησιμοποιείται για θεραπευτικούς σκοπούς. Περιέχει ακονιτίνη, 3−6mg της οποίας, αποτελούν θανατηφόρο δόση.

Οποιαδήποτε ομοιότητα με πρόσωπα, γεγονότα, καταστάσεις, είναι εντελώς συμπτωματική.

ΚΕΙΜΕΝΟ − ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ © Roula the Cat | Τετάρτη, 28 Οκτωβρίου 2015, 04:15

26 σχόλια:

  1. Τι υπέροχη ιστορία, καλογραμμένη και με σασπένς ταιριάζει και με το μήνυμα της σημερινής μέρας Ρούλα!!!
    Την απόλαυσα! Αυτό το ταξίδι σου, θα μου μείνει αξέχαστο!
    Να είσαι καλά, σ' ευχαριστώ για ό,τι διάβασα!
    Πολλά φιλιά
    Μαρίνα

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Δεν το είχα προσχεδιάσει να το “ανεβάσω” ανήμερα την 28η και αρχικά αισθάνθηκα και κάπως αμήχανα —λόγω της ημέρας. Διαχρονικά, βεβαίως, τα μηνύματα των αγώνωνॱ όταν κανείς περνά τη γραμμή, ο χρόνος κι οι ημερομηνίες δεν έχουν καμία απολύτως σημασία.
      Σ' ευχαριστώ πολύ, Μαρίνα μου!
      Φιλιά πολλά, όμορφο και δημιουργικό μήνα εύχομαι! :t

      Διαγραφή
  2. Έπιασα τον καφέ μου με τα δύο χέρια και διάβαζα το χορταστικό σου κείμενο. Υπέροχες εικόνες μιας άλλης εποχής καθώς και η μουσική... Σε ευχαριστώ για το όμορφο ταξίδι που μου χάρισες!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Να είσαι καλά, Μαρία μου!
      Σ' ευχαριστώ πολύ για τα καλά σου λόγια!

      Φιλιά! Καλό μήνα και καλό σου βράδυ!

      Διαγραφή
  3. Καταπληκτική ιστορία, πολύ καλογραμμένη, θα μπορούσε να ήταν αληθινή.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Σ' ευχαριστώ πολύ, Ελένη μου!
      Νομίζω, κάθε ιστορία —δεν αναφέρομαι μόνο στις δικές μου— αντλεί στοιχεία (λιγότερα ή περισσότερα) από την πραγματικότητα.

      Να είσαι καλά!

      Διαγραφή
  4. Ρούλα..... υποκλίνομαι στη γραφή σου....! στο πόνημά σου....! και ο καιρός το έφερε εδώ ώριμο σαν το παλιό καλό κρασί ζυμωμένο στα ταξίδια πίσω του χρόνου σε χρονικές περιόδους που σημαδεύουν τις ζωές μας.
    Να πω ευχαριστώ για το κείμενο, για τη μικρή αυτή νουβέλα ; λίγο το νιώθω......! ειλικρινά με συγκίνησε πολύ και ολάκερο.
    Είναι από τους θησαυρούς έκφρασης που συναντά κανείς εδώ στον ελεύθερο κόσμο του διαδικτύου.
    Μαγεμένος και συγκινημένος.
    Καλό σου απόγευμα.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Γιάννη μου,
      Με τιμούν τα λόγια σου.
      Πράγματι, πάντως, οι ζωές μας —ανεξαρτήτως ηλικίας— έχουν σημαδευτεί από εκείνες τις εποχές. Κάποιοι γιατί τις έζησαν στο “πετσί τους”, κάποιοι γιατί έχουμε βιώματα από τον οικογενειακό ή στενό φιλικό κύκλο.

      Σ' ευχαριστώ πολύ!
      Καλό μήνα, φίλε μου!

      Διαγραφή
  5. Θα μπορούσε να ήταν βιβλίο, θα μπορούσε να ήταν μια ιστορία που θα ακούγονταν μπροστά από το τζάκι μια κρύα νύχτα, ήταν όμως μια ιστορία που θα διηγήθηκες εσύ, με αφορμή ένα φλιτζάνι.
    Και τι ιστορία... όλα τα είχε και την λάτρεψα..
    Επίσης λάτρεψα και τις εικόνες σου Ρούλα μου.
    Μπράβο σου γι αυτή την υπέροχη συμμετοχή στο δρώμενο της Πέτρας μας!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Κάποιοι (λένε πως) βλέπουν στο φλιτζάνι τις ζωές των άλλων... και κάποιοι άλλοι, μ' ένα φλιτζάνι κάναμε σεργιάνι στο χρόνο.
      [Οι φωτογραφίες ήταν μεγάλο ζόρι! Υπήρχαν τόσες πολλές, πραγματικά υπέροχες, που άφησα απ' έξω...]

      Σ' ευχαριστώ πολύ, διπλανούλα μου γλυκιά!
      Να έχεις ένα όμορφο βράδυ κι έναν ακόμη ομορφότερο Νοέμβρη!
      Φιλάκια πολλά! :t

      Διαγραφή
  6. Πώς είναι να πηγαίνεις κάπου και να σε περιμένει μια αναπάντεχη έκπληξη;
    Έτσι ένιωσα με το μικρό σου μυθιστόρημα.
    Τι υπέροχο ζουρ-φιξ ήταν αυτό Ρούλα μου!
    Πόσο όμορφα ξετύλιξες την ιστορία σου, με κοινωνικοπολιτικές διαστάσεις εκείνης της εποχής και με υπέροχες φωτογραφίες να την ζωντανεύουν ακόμα περισσότερο!
    Μαγεμένη απ' τον καφέ σου!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Καλή μου Μαρία,
      Ξέρεις πόσο σ' εκτιμώ και πόσο θαυμάζω τη γραφή σου... επομένως, έχει ιδιαίτερο βάρος ο σχολιασμός σου.

      Σ' ευχαριστώ πολύ!
      Να είσαι καλά και να έχεις όμορφο, δημιουργικό μήνα!

      Διαγραφή
  7. Ομολογώ πως είναι μια πάρα πολύ καλή ιστορία που θα μπορούσε να γίνει ένα αξιόλογο βιβλίο.
    Θα μπορούσε κάποιος να το δοκιμάσει.
    Με ενθουσίασε ο τρόπος έκφρασης και η αναφορά σου σε μιαν άλλη εποχή.
    Με μια λέξη. Υπέροχο.
    Νάσαι καλά αγαπητή μου φίλη

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Ντένη,
      Με τιμούν και με συγκινούν τα λόγια σου.
      Σ' ευχαριστώ μέσα από την καρδιά μου!

      Να είσαι καλά!
      Καλό μήνα στην απέναντι πλευρά του Ατλαντικού!

      Διαγραφή
  8. Χορταστικό ταξίδι στο χρόνο,μέσα από υπέροχες εικόνες!
    Ο τρόπος που εκφράστηκες ήταν μοναδικός,σα να μας ταξίδεψες κι εμάς μαζί σου!
    τα λάτρεψα αν και τώρα μου έλειπε μια καφτή κούπα αγκαλιά να σε απολαύσω..

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Χαίρομαι που σου άρεσε και που σε ταξίδεψε, Νικολέτα!
      Σ' ευχαριστώ πολύ!

      Να είστε και οι δύο καλά και να 'χετε έναν πανέμορφο μήνα!

      Διαγραφή
  9. Μόλις ξεκίνησα να το διαβάζω εχθές το βράδυ και βλέποντας το μέγεθος του, το άφησα για σήμερα το πρωί και καλά έκανα.
    Θα ήταν κρίμα να το ξεπετάξω .
    Τι ιστορία!
    Θα μπορούσε να είναι βιβλίο, αλλά και ταινία εποχής.
    Είναι από αυτές που μου αρέσουν πολύ.
    Μα να αναγκαστεί η καημένη η Τίτα να πουλήσει τα φλυτζανια της!
    Είσαι πολύ σκληρή.
    Ευτυχώς τα ξαναπήρε πίσω κι εμείς χαρήκαμε την ιστορία σου που θα μπορούσε να είναι και αληθινή.
    Καλή σου μέρα φίλη μου.
    Φιλάκια πολλά.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Σκληρή και αμείλικτη!
      :b Χειρότερα την περίμεναν την Τίτα, να μην το πει ούτε του παπά που την έβγαλε με μερικές... αμυχές!
      Ευτυχώς...; Ποιος ξέρει, ίσως οι Τίτες αυτού το κόσμου να μην καταλαβαίνουν (όπως, άλλωστε, κι η “δική μας”) τι σημαίνει να σου επιστρέφουν ό,τι θεωρούσες διά παντός χαμένο, άνθρωποι που, πάντα, θεωρούσες “χαμένους”... και πόσο ηχηρό είναι ένα τέτοιο χαστούκι!
      Συμφωνείς;

      Σ΄ευχαριστώ πολύ, Ρένα μου!
      Χαίρομαι που απήλαυσες την ιστορία!
      Καλό μήνα να έχεις!
      Φιλιά πολλά! :t

      Διαγραφή
  10. Γοητευμένη (όπως πάντα εξάλλου) από τη γραφή σου, τις λεπτομέρειες, τα ιστορικά στοιχεία, όλη την έρευνα που κάνεις!
    Τώρα κατάλαβα γιατί έψαχνες πολύ τις φωτογραφίες!
    Άργησα να έρθω γιατί σε σένα οι αναρτήσεις θέλουν χρόνο και αφοσίωση!
    Αχ ... πέρασα υπέροχα ..γατούλα μου!
    Να'σαι καλά!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. :t Αριστέα μου!
      Πάντα με κατανόηση, πάντα με τον καλό σου λόγο!...
      Σ΄ευχαριστώ πολύ που είσαι εδώ, κοντά “μου” από... καταβολής Ιστοριών...
      Με συγκινείς, τόσο με τα σχόλιά σου, όσο και με ό,τι όμορφο από την ψυχή σου αποτυπώνεις στα έργα σου.

      Να είσαι καλά κι εσύ και να έχεις έναν υπέροχο Νοέμβρη!
      Σε φιλώ!

      Διαγραφή
  11. Τι ιστορία.....την έντυσες με μουσική, τη στόλισες με εικόνες και μας συνεπήρες τελείως!
    Από εποχή σε εποχή μας πήγες αβίαστα!
    Έκανες (πάλι) καταπληκτική δουλειά!
    Φιλιά πολλά!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Μαρία μου!
      Πόσο όμορφο θα ήταν το αποτέλεσμα αν την ιστορία “έντυναν” δικές σου εικόνες!

      Σ΄ευχαριστώ πολύ−πολύ για το χρόνο σου να “με” διαβάσεις και για τα τόσο καλά σου λόγια!

      Να είσαι καλά και να έχεις έναν πανέμορφο μήνα!
      Φιλιά πολλά! :t

      Διαγραφή
  12. δυσκολεύτηκα αρκετά λόγω χρόνου και αποσυντονισμού μου από τις φωτογραφίες! Χάζευα συνέχεια τα φλιτζάνια βρε Ρούλα μου! Μα τι ωραία που διάλεξες! Συμφωνώ με τα κορίτσια από πάνω μου ,θα έλεγα πως μάλλον γνωρίζεις μια τετοια αληθινή ιστορία και την μετέφερες με τόσο ωραιο τρόπο εδω!
    Ξέχασα να πω ,πως συνήθως, για να μην πω πάντα , δεν αντέχω τις ιστορίες που έχουν αυτό το ''πίσω- μπροστά'' ,με αποσυντονίζουν και αυτές (χαχαχα -προβληματική όπως κατάλαβες) ,αλλά δεν το αισθάνθηκα εδώ!
    Φιλάκια!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Στις φωτογραφίες... έχασα τον μπούσουλα! Τελικά ανέβασα αυτές τις λίγες, τις οποίες θεώρησα αντιπροσωπευτικότερες και πλησιέστερες στο κείμενο.
      Για το “πίσω−μπροστά”... θα σε βάλω να κάνεις παρέα με τον πατέρα μου που επίσης δεν αντέχει με τίποτα τις εναλλαγές χρονολογιών! :r
      (Συγκρατήθηκα όσο μπορούσα, πάντως! Ε;)

      Η ιστορία είναι από την αρχή ως το τέλος φανταστική, αλλά αρκετά στοιχεία είναι εν μέρει αληθινά, κυρίως όσον αφορά τόπο και χρόνο.

      Σ΄ευχαριστώ πολύ για το χρόνο σου, Νάσια μου!
      Φιλάκια πολλά! :t

      Διαγραφή
  13. Αυτό το...ζουρ-φιξ θα μου μείνει αλησμόνητο Ρουλάκι μου! Δηλώνω γοητευμένη, από την ιστορία, τις απίστευτες φωτογραφίες, αλλά και το (αγαπημένο μου! που το' ξερες βρε άτιμο;) βαλς, στο τέλος του κειμένου, ενός κειμένου που θα μπορούσε άνετα να γίνει και το κεφάλαιο ενός βιβλίου... Γράφε Ρούλα, γράφε! Φιλιά γλυκά και σε ευχαριστώ για το υπέροχο δώρο-Ταξίδι που μου πρόσφερες... Καλό σ/κ Ρουλάκι μου :)

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Πέτρα μου,
      Ίσως ποτέ αυτά τα φλιτζάνια να μην είχαν βρει το δρόμο τους, αν δεν ήσουν εσύ, με την υπέροχη ιδέα για το ταξίδι τους!

      Σ' ευχαριστώ πολύ!
      Να 'χεις μια πολύ όμορφη και δημιουργική εβδομάδα!
      Φιλιά πολλά! :t

      Διαγραφή

Ψαξε και θα το βρεις!

Ημερολογιο

Σαν Σημερα

Ποια ειμαι εγω

Η φωτογραφία μου

Kατάγομαι από το πουθενά. Ανήκω σ' εμένα, στα όνειρά μου, στην ομορφιά μου και στην τσαχπινιά μου!

A cat in gloves catches no mice.
— English Proverb

Social Media

Ακολουθουν στο Google+

Συχναζουν εδω

Τα πιο διαβασμενα του 7ημερου

Στο Mailbox σου

Στα νυχια της Roula!

Πινεζες

Γυριζω και μυριζω!

Τσιου!

Πρωτοβουλία από την
Blogger της Διπλανής Πόρτας
κατά της Λογοκλοπής

Ζητα μου −περιπου!− ο,τι θες!

Αν θέλεις να αναδημοσιεύσεις κάποιο από τα κειμενάκια της Roula στείλε μου e-mail —είμαι καταδεχτική γάτα!— Αν βαριέσαι, no bad feelings αλλά οπωσδήποτε να κάνεις αναφορά στην πηγή με link στο blog της Roula.
[Σημ. Τα δικαιώματα των εικόνων και φωτογραφιών που συνοδεύουν τα κείμενα, ανήκουν αποκλειστικά στους δημιουργούς τους. Φωτο της Roula (original − manipulated) είναι όσες φέρουν το σχετικό υδατογράφημα.]
Special Credits
Comments' emoticons (smilies) by :
 
Αυτη τη στιγμη: