Πέμπτη, 6 Νοεμβρίου 2014

Παλαιάς κοπής


Γεννήθηκε, του είπαν, με προσωπίδα κι αυτό ήταν —λέει— σημάδι πως στη ζωή του θα πήγαινε μπροστά, καθώς θα 'χε την εύνοια της τύχης.

Μα, λίγο καιρό μετά, θες από κακοδιαχείριση; Θες από λαθεμένους χειρισμούς...; Ο πατέρας του, έχασε όλη του την περιουσίαॱ τρία μαγαζιά στο κέντρο της Αθήνας —από 'κείνο της Ομόνοιας, ψώνιζαν “οι μεγάλοι του Θεάτρου” της εποχής.

Από το Κολωνάκι, στο Παγκράτι... πίσω απ' την πλατεία Βαρνάβα, σχολειό στης Δραγάτση... Μπαλωμένα τόπια,  ρούχα καμωμένα απ' τα παλιά της μεγάλης αδερφής και χιλιοκαπλαντισμένα, μια γωνιά ψωμί και μια φέτα παλαμίδα κι αντί για γάλα, τσάι... βρασμένο τρεις και τέσσερις φορές, για να φτάσει για όλους.

Η μάνα χωρίς μιλιά, ο πατέρας σε δουλειά ό,τι να 'ναι τώρα πια. «Δεν υπάρχει χειρότερο πράγμα», έλεγε, «να βρεθείς στην ανάγκη εκεινού πού κάποτε σου χρώσταγε... Λεφτά, χάρη ή την ίδια του τη ζωή...». Ο μισθός του μήνα, δυο μερών χαρά και τις υπόλοιπες κρασί στο τεμπεσίρι...

Δυο κορίτσια − δυο αγόρια, τα παιδιά. Η μεγάλη, έφτασε της παντρειάςॱ βρήκε τον ομορφονιό, παντρεύτηκαν στον Άγιο Αρτέμη —κι από τότε, δεν ξανάδε τον πατέρα της. Ούτε νύφη δεν ήθελε να την πάει, «ντροπής πράγματα μπαρμπα-Γιωργάκη», του λέγανε όλοι, «καλά τον κόσμο... Το κορίτσι σου δεν το σκέφτεσαι;»

— «Επειδή το σκέφτομαι δε θέλω να πάω! Μαύρο ψωμί θα φάει μ' αυτόνε...»

Μαύρο; Άσπρο; Δε μίλαγε η Θανασούλα. Μόνο έδινε. Ακόμα κι όταν ο μορφονιός της την έπεισε να φύγουν για την Αυστραλία, να βρούν εκεί την τύχη τους, πάλι δε μίλησε... αλλά στα γράμματά της, έστελνε σ' όλους την αγάπη της —και τη λαβαίνανε ετούτη την αγάπη, και τους μαλάκωνε τις καρδιές κι ήταν σα να την είχανε δίπλα τους, σα να μην είχε φύγει ποτέ.


Ο πόλεμος τον βρήκε αμούστακο παλληκαράκι, πάνω στο ποδήλατό του, «γυρίστε όλοι πίσω, έχουμε πόλεμο».

Από πού να γυρίσει πίσω; Απ' το σχολειό; Απ' τη δουλειά; Και λεφτά στο σπίτι;
Η δεύτερη αδερφή, λίγο πιο μεγάλη από 'κείνον, έραβεॱ και τι να ράψει, μ' ένα μάτι; —τ' άλλο άρρωστο, απ' τη γέννα...
Ο μικρός, ήταν πολύ μικρός...

Ο ίδιος, είχε πιάσει να δουλεύει απ' τα δώδεκα. Τον πήγε ο πατέρας του στο Ινστιτούτον Καλλονής, στο Σύνταγμα. «Δεν μπορούμε να τον πάρουμε, είναι πολύ μικρός. Έχουμε κι έλεγχο...»

— «Πάρτε τον για τα θελήματα. Αρκεί να τον πληρώνετε, αλλιώς θα 'χετε να κάνετε μαζί μου!»

Και τον πήρανε... και τον στέλνανε όπου να 'ναι... Κι αν τύχαινε να πάει ο έλεγχος, τον κρύβανε. «Από τότε το 'χαν πιάσει το νόημα και σας κοροϊδεύανε, τις γυναίκες... Ωραία βαζάκια, λίγο αμυγδαλέλαιο σε μια απλή πομάδα... και ετικέτα made in France... τις μοσχοπουλούσαν, όμως, εκείνες τις κρέμες. Α! Και σύσφιξη προσώπου... με κομμάτια σαμπρέλας —οι πελάτισσες, νόμιζαν πως ήταν ειδικές ελαστικές μάσκες από τη Γαλλία!»

Μετά, στου Λουμίδη —εκεί, του δώσανε και στολή! Άλλοτε, τον έστελναν με παραγγελίες − δώρα... «Αυτά, να τα πάρεις να τα πας στα Καλουτάκια!»...

Και μετά στο εργοστάσιο. Στην Ιακωβάτων. Υφαντουργείο. Μαστόρι, ο πιτσιρικάς, στους αργαλειούς. Διπλοβάρδιες, ύπνος στο εργοστάσιο «αν τύχει κάτι, ξυπνάς και το φτιάχνεις». Εκείνος, με μια σκέψη: εργάτης θα μείνω σ' όλη μου τη ζωή;...

Εκεί, με τα πρώτα χτυποκάρδια —η Κρινιώ, κάνα δυο χρόνια πιο μεγάλη από 'κείνον— τον βρήκε ο πόλεμος.


Για 'κει είχε κινήσει (τώρα, η οικογένεια έμενε σε μιαν αυλή, στους Αμπελοκήπους) και με το που έσκασε μύτη στη Μεσογείων, τον σταμάτησαν.

Κατοχή, αντίσταση —μ' όποιον τρόπο... Μια μικρή ομάδα, Αγωνιζομένη Ελλάς, κι εκείνος, έγινε Κανάρης.

— «Πού πας αγόρι μου;»
— «Βόλτα με τα παιδιά, μάνα...», και στις τσέπες (βαθιές τσέπες, ίσαμε το γόνατο, ίσως και πιο κάτω) τ' όπλο κι οι προκηρύξεις.

Λόφος Στρέφη, Νεάπολη, Λυκαβηττός —αφισσοκολήσεις με την ψυχή στο στόμα. Τρεις φορές, παραλίγο νεκρός. Μετά, διαλύθηκαν...

— «Πάμε στη 'Χ', εκεί κάνουν καλή δουλειά!», του 'πε φίλος καρδιακός...

Πήγανε. Ψάρι, εκείνος... Αξιωματικοί οι Χίτες... Τους άκουγε...

— «Τελικά... αντίσταση κατά των Γερμανών κάνουμε... ή αντικομμουνιστικό αγώνα;» τόλμησε να ρωτήσει μια μέρα —κι ήταν η τελευταία του, εκεί μέσα.


Με την απελευθέρωση, τα πράγματα δυσκολέψανε κι άλλο. Παντρεύτηκε κι η δεύτερη αδερφή, στο ίδιο σπίτι —τι σπίτι; Ένα δωμάτιο όλο κι όλο...— οι νιόπαντροι, μαζί με τους γονείς και τα δυο αγόρια. Μια κουρτίνα − μπερντές, εξασφάλιζε σχετική απομόνωση στο ζευγάρι.

Νυχτερινό σχολειό. Μέση Εμπορική.

Μια μέρα, τον έπιασε ο πατέρας του, «άκου να σου πω! Όσα γράμματα έμαθες, έμαθες. Να κοιτάξεις να δουλέψεις κανονικά, να φέρνεις λεφτά στο σπίτι...» Η μάνα του «να μάθεις γράμματα. Να γίνεις. Εδώ, έρχονται απ' τα χωριά και βγαίνουνε γιατροί...»

— «Μάνα, τα γράμματα θέλουνε λεφτά...»
— «Τι σε νοιάζει; Εγώ θα σου δώσω...» και πήγε στο στρώμα... έβγαλε ένα βρώμικο κουβάρι κι άρχισε να το ξετυλίγει... Το κομπόδεμά της. Ό,τι προλάβαινε να σώσει, πριν τα κάνει μισοκαδιάρικα ο άντρας της...

Έγινε. Πήρε το πτυχίο του από την ΑΣΟΕΕ, έμαθε κι αγγλικά, έπιασε καλή δουλειά και με τα χρόνια αγόρασε δικό του σπίτι, διαμέρισμα! Τώρα, δε χρειαζόταν πια να μένουν στην αυλή, παρόλο που η δεύτερη αδερφή με τον άντρα της και τα δυο —πλέον— παιδιά τους, είχαν μετακομίσει, «βρήκε για θυρωρός ο Σταμάτης, σε πολύ πλούσια πολυκατοικία, στο Κολωνάκι... Θα μένουμε εκεί, στο υπόγειο».
Παντρεύτηκε κι ο μικρός που, δεν τα 'θελε τα γράμματα κι έβγαλε με το ζόρι το σχολειό το κανονικό (γιατί ήταν η αδυναμία του πατέρα που δεν ήθελε να τον ζορίσει ούτε να τον κουράσει).

Χώρος, λοιπόν, περίσσευε. Αλλά όχι και ζωή.

Ήρθε το πρώτο εγκεφαλικό του πατέρα. Στο διαμέρισμα μπορεί όλα να 'ταν πιο άνετα, πιο ανθρώπινα... όμως για τη μάνα που 'χε γεράσει και βαρύνει, καθετί έμοιαζε βουνό που 'πρεπε να το περάσει. Γυρνούσε εκείνος από τη δουλειά και τους ντάντευε και τους δύο. Έτσι, δεν κατάφερε να πάρει το δεύτερο πτυχίο του, της Νομικής.

Αργότερα, γνώρισε κι εκείνη την καλή κοπέλα, αρραβωνιάστηκαν, και στάθηκε πλάι του και πλάι τους.

Τ' αδέρφια του, που τον είχαν αφήσει μόνο του με τους γέρους, εμφανίζονταν στη χάση και στη φέξη να τους δουν,  «σας προσέχει; Γιατί, αν δε σας προσέχει...», έμενε μετέωρη η απειλή!

— «Εκείνος μας προσέχει... Εσείς, πού είσαστε;»
— «Τι ανάγκη έχετε τώρα από 'μας; Έχετε τη νύφη!»

Η νύφη τούς έκλεισε και των δυονών τα μάτιαॱ η νύφη, λαμπάδα αναμμένη στο σπιτικό τους...


Πέρασαν κι άλλα χρόνια. Στη δουλειά του, έπαιρνε τους βαθμούς αργά αργά... Άλλοι πάλι, χωρίς πτυχίο, χωρίς ξένη γλώσσα, αλλά με μπάρμπα στην Κορώνη (και στην κατάλληλη θέση, με τα κατάλληλα βύσματα), κάλπαζαν προς την κορυφή. Δεν τον ένοιαζε. Ήταν πολύ κουρασμένος και πολύ έντιμος, για ν' αρχίσει τις δημόσιες σχέσεις και τη... βούρτσα.

Επί χούντας, δεν πήρε κανέναν βαθμό... «Κόλλησε». Μια μέρα, ο διευθυντής του —άνθρωπος με πείρα στη ζωή, μετρημένος και σοβαρός— του είπε να προσέχει... Να μη μιλάει πολύ δημοκρατικά!

Πήρε βαθμό ξανά, μετά τη Μεταπολίτευση. Πήρε και θέση. Αλλά... ξανακόλλησε!

Τον επόμενο —και τελευταίο— βαθμό, τον πήρε το '82.

— «Να πας να σου αναγνωρίσουν την αντίσταση!», έπεσαν όλοι πάνω  του -ο αδερφός, η αδερφή...

Μα εκείνος, ντράπηκε και που τ' άκουσε. Να εξαργυρώσει τον μικρό, άδολο αγώνα του... για να τσοντάρει χρόνια στη σύνταξή του;

Προτίμησε να κρατήσει στο κουτάκι του την κονκάρδα της οργάνωσης και στην καρδιά του τους συντρόφους του —κι ας έμενε ο μικρός, άδολος αγώνας τους, λιθαράκι στο χτίσιμο ενός κόσμου πιο δίκαιου, χωρίς πολέμους, μίση, φατρίες...

— «Όλοι εμείς, οι παλαιάς κοπής, έτσι βολοδέρναμε... Οι πλούσιοι ήταν λίγοι, ελάχιστοι. Ζούσαν σε συγκεκριμένα μέρη, είχαν ωραία, άνετα σπίτια, αυτοκίνητο... κι ανθρώπους στη δούλεψή τους.
»Οι φτωχοί, ήμασταν όλοι οι υπόλοιποι.
»Ζούσαμε σε αυλές, φτιάχναμε αυτοκινητάκια με κουτιά από τσιγάρα... τα κορίτσια είχαν κούκλες καμωμένες από κουρελόπανα... Κάναμε πάρτυ ρεφενέ, άλλος έβαζε το γραμμόφωνο, άλλος τις πλάκες, άλλος  το κρασί, οι μανάδες ή οι αδερφές να φτιάξουν από κάτι να τσιμπήσουμε... Δεν είχαμε καλά και πρόχειρα ρούχα... Είχαμε της δουλειάς και, ό,τι φορούσαμε σε κάθε άλλη περίσταση...
»Θέλαμε να ζήσουν τα παιδιά μας, τα παιδιά τους, τα παιδιά των παιδιών τους κι όλες οι γενιές που θα 'ρχονταν μετά απ' τη δικιά μας, πιο ανθρώπινα. Να μην κοιμούνται στο χώμα. Να μην τρώνε ξερό ψωμί. Να μαθαίνουν γράμματα. Να 'χουν δουλειές. Να μπορούν να κάνουν κάτι παραπάνω από 'μας, για τις ακόμα παραπέρα γενιές...
»Δεν ξέρω τι στράβωσε στην πορεία.
»Εμείς, δεν κλέβαμε... Ακόμη και με τόση ανέχεια, δεν περνούσε καν απ' το μυαλό μας. Τίποτα δεν ήταν ιδανικό, μην ξεγελιόμαστε. Τέτοιες μέρες να μην ξανάρθουν. Αλλά τελικά, σε τι είναι καλύτερες οι μέρες τούτες;
»Σε Θεό, δεν πίστεψα ποτέ. Σταυρό, δεν έμαθα να κάνω. Όμως τον διπλανό μου, ποτέ μου δεν τον έβλαψα. Ούτε κανενός το κακό θέλησα. Κι όταν κάποιος πρόκοβε, χαιρόμουν γι' αυτόν —χαιρόμουν για καθέναν που ξέφευγε απ' τη σκοτεινή μεριά.
»Σ' όλη μου τη ζωή, δάνειο δεν πήρα, δεν χρώσταγα ποτέ, ούτε σε άνθρωπο, ούτε σε μαγαζί, ούτε σε τράπεζα. Δεν έβγαλα ποτέ πιστωτική κάρτα. Δεν είχα ποτέ πάρε−δώσε με το Δημόσιο... Ήμουν και είμαι νομοταγής πολίτης.
»Η Εφορία πάντα ήξερε, καλύτερα κι από 'μένα τον ίδιο, τι είχαॱ κι όσα μου αναλογούσαν να πληρώσω, τα πλήρωνα.
»Τώρα, μου λένε πως... όλοι μαζί τα φάγαμε! Μου κόψανε τα δώρα... γιατί, λέει, τα ταμεία είναι άδεια! Μα, όταν συνταξιοδοτήθηκα εγώ, τα ταμεία είχαν πλεόνασμα! Κι όσο δούλευα, οι κρατήσεις στο μισθό μου γίνονταν για να 'χω περίθαλψη και για να μπορέσω να ζήσω αξιοπρεπώς όταν δε θα 'μαι αρκετά ικανός να προσφέρω ό,τι πρόσφερα από τα δώδεκα...
»Ανήκω σε μια από τις δυο−τρεις τελευταίες γενιές που δούλεψαν τόσο πολύ, για τόσο λίγα... Δεν έχω παράπονο μ' όσα κατάφερα... Μ' όσα απέκτησα. Ίσως αυτά τα λίγα, να είναι και πολλά. Για 70 − 80 χρόνια που ζει κανείς, πόσα περισσότερα να θελήσει; Τι να τα κάνει; Πού να τα πάει μετά;
»Μου 'παν ότι έχω μεγάλη σύνταξη —και πρέπει, λέει, να την πετσοκόψουν γιατί το κράτος χρωστάει, η Ελλάδα χρωστάει, τα ταμεία χρωστάνε...
»Ξέρεις τι λέω εγώ; Άει στο διάολο! Ρεμπεσκέδες, σαπιοκοιλιάδες, ρεμάλια, κηφήνες! Κτήνη! Τομάρια που, δε βλέπετε μπροστά και παραπέρα από τη μύτη σας, πιο πίσω απ' τον κώλο σας! Πουλημένοι δωσίλογοι, εκτρώματα της Ιστορίας!
»Πότε δουλέψατε, ρε;
»Πότε κάνατε αγώνα, ρε;
»Πότε σκεφτήκατε, ρε;
»Είχατε ποτέ όνειρα; Ιδανικά; Πατρίδα;
»Πόσο θα ζήσετε;
»Τι κληρονομιά θ' αφήσετε; Τι παιδιά βγάλατε; Έχετε το θάρρος να γυρίσετε και να πείτε σ' αυτά τα παιδιά, ότι αγωνίζεστε για το μέλλον τους; Έχετε το θράσος να πείτε σ' αυτά τα παιδιά ότι κάποια μέρα, θα 'ναι περήφανα που 'ναι παιδιά σας;»


Πίσω απ' τα μάτια του, πέρα απ' τη φωνή του...  μια ανοιχτή τηλεόραση προσπαθούσε να πείσει το κοινό της ότι είμαστε... μες στην καλή χαρά... μια μηχανή του εσπρέσο άφησε τους ενδεικτικούς ήχους ότι ο καφές ήταν έτοιμος... ένα αυτοκίνητο βγήκε από την πυλωτή... ένα μισάνοιχτο περιοδικό κύλησε απ' τα σκεπάσματα στο πάτωμα, μένοντας ανοιχτό στη σελίδα καυτά κουτσομπολιά από τη showbiz... ο υπουργός κοίταξε με συγκίνηση και καμάρι το τεθωρακισμένο αυτοκίνητό του που κόστισε στο λαό 750,000 ευρώ...  ο αντιπρόεδρος ρεύτηκε, γύρισε πλευρό με πολύ κόπο και συνέχισε τον ύπνο του... ένα παιδί διαβάζει πως, Ο Νόμος είναι εκείνη η ελευθέρα απόφασις οπού με την συγκατάθεσιν όλου του λαού έγινεν [1]..., ο πρωθυπουργός χέστηκε για τη χώρα... ένα παιδί διαβάζει πως, Όταν η Διοίκησις βιάζη, αθετή, καταφρονή τα δίκαια του λαού, και δεν εισακούει τα παράπονά του, το να κάμη τότε ο λαός ή κάθε μέρος του λαού επανάστασιν, να αρπάξη τα άρματα και να τιμωρήση τους τυράννους του, είναι το πλέον ιερόν από όλα τα δίκαιά του και το πλέον απαραίτητον από όλα τα χρέη του [2]...

___________________________________________
[1], [2] Ρήγας Βελεστινλής, “Νέα Πολιτική Διοίκησις των κατοίκων της Ρούμελης, της Μικράς ασίας, των Μεσογείων νήσων και της Βλαχομπογδανίας” − Δίκαια του Ανθρώπου και του Πολίτου, άρθρο 4 και άρθρο 35.


Γράφτηκε το 2010, δημοσιεύτηκε στις 2/10/2010 στο “Μολύβι και Χαρτί”, το blog μου όπου υπέγραφα ως Ντρουσίλα. Ό,τι έχει αλλάξει έκτοτε, δεν είναι προς το καλύτερο. Το αντίθετο, θα έλεγα. Αυτός κι ο λόγος που δεν θεώρησα σκόπιμο να αφαιρέσω κάποιους ετεροχρονισμούς.
ΚΕΙΜΕΝΟ − ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ © Roula the Cat | Πέμπτη, 6 Νοεμβρίου 2014, 21:26

24 σχόλια:

  1. Δεν είμαστε συνένοχοι στο έγκλημα γιατί τα φάγαμε μαζί, αλλά επειδή όσα χαστούκια και αν τρώμε καθημερινά, δεν ξυπνάμε από την χειμερία νάρκη μας. Ευθυνόφοβη δεν ήμουν ποτέ μου το έμαθε ο μπαμπάς μου από μικρή "Να είσαι δυνατή" μου έλεγε, "και να μην φοβάσαι να αναλάβεις τις ευθύνες σου, να έχεις την τόλμη να παραδεχτείς τα λάθη σου. Μα να μην αναλάβεις ποτέ ευθύνες άλλων, άσε να βρουν και εκείνοι την ψυχή". Και έτσι έμαθα, έχουμε ευθύνη όμως που δεν μιλάμε, που λέμε πως όλα πάνε καλά, ενώ παιδιά δεν έχουν να φάνε, οικογένειες μένουν στο σκοτάδι, άνθρωποι αυτοκτονούν από τα χρέη, μαγαζιά κλείνουν, άνθρωποι χάνουν τα σπίτια τους. Και μια σιωπή που με τρομάζει.
    Το εξαιρετικό σου κείμενο, μας έδειξε μια φωνή του παρελθόντος, ντόμπρα, που είπε τα πράγματα με το όνομα τους, που δεν φοβήθηκε να ρισκάρει την ζωή του, μα ποτέ την αξιοπρέπεια του.
    Με ενοχλεί το σήμερα, μα με φοβίζει μήπως το αύριο είναι εντέλει χειρότερο.
    Προσπαθώ να κρατήσω την φλόγα της ελπίδας ζωντανή. Μα φλόγα είναι και αυτή και κάποια στιγμή θα σβήσει.
    Σε φιλώ γλυκιά μου γάτα!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Σχεδόν όσο επικίνδυνο είναι να λέν(μ)ε ότι “όλοι μαζί τα φάγαμε”, άλλο τόσο και ότι “δεν ξυπνάμε”. Όχι ότι είμαστε εν συνόλω συνειδητοποιημένοι ή αφυπνισμένοι. Όχι ότι εκείνοι που δεν ξεκουνιούνται είναι μόνον όσοι “τα έφαγαν”... Δυστυχώς, είναι δεκάδες χιλιάδες εκείνοι που και δεν “έφαγαν” και κοιμούνται τον ύπνο του δικαίου (“και κερατάς και δαρμένος”, ένα πράγμα!) παρασυρμένοι από τις κυβερνητικές, καταστροφολογικές εξαγγελίες ή και αποπροσανατολισμένοι από, π.χ. (συστημικές) Σειρήνες του... γλυκού νερού (λιμνίσιες είναι; Ποταμίσιες είναι; Μου διαφεύγει!) και κάθε λογής παγανά που διασπείρουν τον τρόμο και τον πανικό...
      [Μια ινδική παροιμία λέει πως “τα δαιμόνια επιτίθενται στους δειλούς”...]

      Σοφές οι κουβέντες του πατέρα σου, μα να που τούτη τη στιγμή φορτώνεσαι ευθύνες άλλων. Όχι μόνο επειδή είσαι από τη μεριά που “δεν έφαγε”, αλλά επειδή γράφεις “δεν μιλάμε”, “λέμε πως όλα πάνε καλά”...
      Να μην υποτιμούμε ποτέ τις χαμηλές φωνές... Τις μικρές φωνές... Τις φωνές που αντιστέκονται, λένε “όχι”, απορρίπτουν.
      Ακόμη κι έναν να ξυπνήσεις, είναι νίκη. Μικρή μεν, αλλά νίκη. Πολλές μικρές νίκες φέρνουν ανατροπές.
      Η φλόγα σου θα σβήσει όταν θα σιωπήσεις. Όσο μιλάς, ακόμη και ψιθυριστά, μένει ζωντανή.

      Πολλά φιλιά, διπλανούλα μου! ❤

      Διαγραφή
  2. Σε αυτή τη γενιά κοντά είναι οι δικοί μου Ρούλα μου, μεροκαματιάρηδες που δούλεψαν σκληρά, ο μπαμπάς 35 χρόνια στην ξενιτιά, τον στερήθηκα 26 ολόκληρα χρόνια, και τώρα με τη συνταξούλα τους, που διαρκώς εξαφανίζεται, προσπαθούν και πάλι για μας! Τα παιδιά τους!
    Συγκινητικό το κείμενό σου, βαθιά αληθινό. Κατακρυλάμε ακόμα πιο κάτω και δεν ξέρω αλλά λέγαμε ότι αν πιάσουμε πάτο δεν έχει άλλο, άρα θα ανέβουμε κάποια στιγμή. Πού είναι αυτή η στιγμή; Αργεί;

    Καλημέρα !

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Καλημέρα, Αριστέα μου!

      Απέραντο σεβασμό για τους γονείς σου!...
      Απέραντο σεβασμό για τις γενιές που πολέμησαν, αγωνίστηκαν, εξορίστηκαν, ξενιτεύτηκαν, μόχθησαν.
      Απέραντο σεβασμό στις αντοχές τους.

      Πιάσαμε πάτο (μετά απ' αυτόν είναι το... άπατο της αβύσσου) και κάνουν ό,τι μπορούν με όσα μέσα διαθέτουν (και δυστυχώς, τα διαθέτουν όλα) να μας πείσουν ότι όπου να 'ναι (ξανα)βγαίνουμε στον... αφρό!
      Φαίνεται πως ο πάτος έχει πολλή λάσπη, εκεί έχουμε κολλήσει, γι' αυτό αργούμε ν' ανέβουμε...

      Τα φιλιά μου! ❤

      Διαγραφή
  3. ΚΑΛΗΣΠΕΡΑ Roula... Πρώτη φορά στο ιστολόγιό σου, σεμνός επισκέπτης. Δεν θα προσθέσω ίχνος σχολίου στο θέμα σου καθώς με καλύπτει απόλυτα στα πάντα.....!
    Θα τιμήσω το χώρο σου, το δημιούργημά σου, την εξαίρετη όψη και γραφή σου και θα σου ευχηθώ πάντα τις καλύτερες των εμπνεύσεων.
    Καλό βράδυ

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Καλωσήρθες Γιάννη (με τις υπέροχες παρουσιάσεις και τις εμβριθείς αναλύσεις για τον “μαγικό κόσμο του κινηματογράφου”, όπως γράφεις στη δική σου γωνιά).

      Σ΄ευχαριστώ πολύ για τα ζεστά σου λόγια!
      Θα χαρώ πολύ να τα λέμε τόσο εδώ, όσο και στo Cinefil σου!

      Να είσαι καλά!
      Καλό βράδυ και σ' εσένα!

      Διαγραφή
    2. Σεμνός ακόλουθος Ρούλα στον πανέμορφο εκφραστικό σου χώρο μαζί με τόσους εξαρετικούς σου φίλους. Καλό βράδυ

      Διαγραφή
    3. Εξαιρετικοί, πράγματι, οι φίλοι που αγκαλιάσατε το διαδικτυακό “τετραδιάκι” μου!
      Σ' ευχαριστώ πολύ και πάλι!

      Διαγραφή
  4. Κόλλησε ο υπολογίστής μου και μετά από πολλά τυφλά κι απεγνωσμένα κλικ βρέθηκα εδώ! Τι έκπληξη! Με την πρώτη ματιά στα κείμενα.
    Αλλά με αυτό το κείμενο ενθουσιάστηκα!
    Γράφεις για μια γενιά που την έζησα από κοντά, μικρή, σε όλες τις "εκφάνσεις" της. Και είναι εξοργιστική η κατάληξη, το σήμερα, αλλά και ελπιδοφόρο το πόσους Ανθρώπους έβγαλε αυτή η γενιά και πόσοι εμπνευστηκαν και έμαθαν από αυτοί για να κρατήσουν την ανθρωπιά τους.
    ΙΘΑ τα λέμε!!!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Καλωσήρθες, Γυναίκα!

      Χαίρομαι που βρισκόμαστε εδώ άνθρωποι ευρείας ηλικιακής κλίμακας, διότι θεωρώ πολύ ενδιαφέρουσα αυτήν την εισροή, εκροή και άντληση ιδεών και εμπειριών μεταξύ νεότερων και παλαιότερων γενεών.
      Ευτυχώς, αξιώθηκα κι εγώ να γνωρίσω μεγάλη μερίδα εκείνης της γενιάς (δυστυχώς, οι περισσότεροι έχουν, πλέον, φύγει). Τα πρόσωπα της ιστορίας είναι (τα πιο πολλά, ήταν) υπαρκτά.
      Όπως κι εσύ, βρίσκω ελπιδοφόρα εκείνη την Ανθρωπιάॱ χνάρι, έμπνευση και σημείο αναφοράς σε μια κοινωνία που παραπαίει και βυθίζεται.

      Σ' ευχαριστώ πολύ για την επίσκεψη και το σχόλιό σου!
      Φυσικά και θα τα λέμε!
      Την καλησπέρα μου!

      Διαγραφή
  5. Ε όχι! Πάει το σχόλιο μου γαμώτο!

    Έλεγα πως εμένα ο μπαμπάς μου έχει πολεμήσει στον πόλεμο και έχει κάνει και εξορία, η μαμά μου έχει πεινάσει στην κατοχή και τώρα τα τρυφερούδια μου, προσπαθούν να ζήσουν με τις ψωροσυντάξεις που τους δίνουν (αφού τα φάγανε όλα) οι λακέδες. Για αυτά τα λαμόγια νιώθω μονίμως οργή. Εσύ όμως με συγκίνησες....

    Υ.Γ Η πένα σου πολύ γλαφυρή. Ίσως γιατί μιλάει για αλήθειες που πονάνε... Πολλά φιλιά :))

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Αυθόρμητα, διαβάζοντας το σχόλιό σου, μου ήρθε στο μυαλό ο Ωρωπός...
      https://www.youtube.com/watch?v=TyJ6jP5KLxE
      Το κακό είναι ότι, παρόλο που ο μπαμπάς σου άφησε κομμάτια της ψυχής του στη εξορία, άλλοι την ίδια τους τη ζωή..., εμείς ζούμε στο σκοτάδι το πηχτό —και το χειρότερο, ότι το “φως” το σβήσαμε οι ίδιοι...

      Με τι μάτια ν' αντικρίσει κανείς αυτούς τους ανθρώπους...; Και με τι καρδιά τους παίρνει το ψωμί απ' τα χέρια...;

      Πονάνε πολύ... Έτσι είναι...
      Σε φιλώ, καλή μου Πέτρα! ❤

      [Την έχω πατήσει ουκ ολίγες φορές με σχόλια. Όποτε το θυμάμαι, πατάω ένα Ctrl+A, για να μαρκάρω όλο το σχόλιο μέχρι εκεί που 'χω γράψει κι ένα Ctrl+C για να το αντιγράψω. Ιδανικά, το μεταφέρω σε ανοικτό Notepad / text editor. Τουλάχιστον, να μη χαθεί όλο...]

      Διαγραφή
    2. Ρούλα, σ' αγαπάω, σε εκτιμάω, αλλά αυτά που μου έγραψες στο τέλος, ήταν μεγάλη προσβολή για μένα! Τι θα πει μαντάμ :Ctrl+A, Ctrl+C, Notepad / text editor και δε συμμαζεύεται, έτσι, χωρίς επεξηγήσεις για το καθένα;;; Αμ, δεν ξέρεις τίποτα για μένα μάλλον ε; Αχαχαχα! Φιλιά και καλό -χωρίς απρόοπτα, λόγω βροχής- ξημέρωμα :))

      Διαγραφή
    3. Καλημερούδια!
      Έλα και το 'χουμε! (Αμέσως, να με πάρεις απ' τα μούτρα! Τον πίκρανες τον φαντάρο! —Πού το θυμήθηκα το άΖμα;!)

      Λοιπόν:
      1) Ανοίγεις το Notepad (στις ελληνικές εκδόσεις των Windows, Σημειωματάριο).
      Μπορείς να έχεις ανοικτό και το Word, σ' ένα λευκό/κενό document. Δεν μας απασχολεί! Σημασία έχει να υπάρχει χώρος όπου μπορείς να μεταφέρεις το κείμενό σου.

      2) Στο κουτάκι μέσα στο οποίο γράφεις το σχόλιο, όταν θελήσεις να σώσεις ό,τι έχεις γράψει, πατάς Ctrl+A ταυτόχρονα. Είναι ο πιο εύκολος τρόπος να μαρκάρεις όλο το κείμενο (εν προκειμένω, το σχόλιό σου). Φυσικά και μπορείς να μαρκάρεις το κείμενο με το ποντίκι. Προσωπικά, το βρίσκω πιο χρονοβόρο, όμως.

      3) Αφού μαρκαριστεί το κείμενο, πατάς Ctrl+C ταυτόχρονα. (Το γνωστό μας Copy).

      4) Εν συνεχεία, πηγαίνεις στο Notepad ή στο Word Document και πατάς Ctrl+V ταυτόχρονα. (Το γνωστό μας Paste).

      5) Ανάλογα με το μέγεθος του σχολίου, μπορείς να επαναλάβεις για ασφάλεια τη διαδικασία. Αν ολοκληρώσεις το σχολιασμό... αναίμακτα και χωρίς απώλειες, κλείνεις το Notepad ή το Word Document χωρίς να τα σώσεις. Αν όμως κάτι στραβώσει στην πορεία και χρειαστεί να γράψεις από την αρχή το σχόλιο, τότε το αντιγράφεις (από το Word ή το Notepad, στο κουτάκι σχολιασμού, με την ίδια διαδικασία. Ctrl+A, Ctrl+C, Ctrl+V).

      Ctrl+A = Select All (Επιλογή Όλων)
      Ctrl+C = Copy (Αντιγραφή)
      Ctrl+V = Paste (Επικόλληση)

      Ορίστε κι οι επεξηγήσεις! :b

      Φιλιά πολλά! Καλό Σαββατοκύριακο!!!

      Διαγραφή
    4. Ωραία τα διάβασα όλα τούτα φίλη γάτα, μα θέλω μάλλον ιδιαίτερο φροντιστήριο γιατί ανάθεμα αν κατάλαβα και τίποτις από όλα τούτα! αχαχαχα! Τα δε emoticon πλάκα έχουν!
      Στο θέμα μας τώρα και στο εξαιρετικό σου άρθρο, τι να πω, ας μην πω καλύτερα τίποτα, αφού όντως προς το χειρότερο πάνε όλα. Με πονάει το θέμα. Με συγκίνησες με τη γραφή σου...
      Φιλί γλυκό σου στέλνω! :g

      Διαγραφή
    5. Εύα μου, welcome back! ❤
      Είστε καλά, μικροί−μεγάλοι;

      Κι εμείς σαν άνθρωποι... απ' το κακό στο χειρότερο πάμε... Πάνω που λέει κανείς “κάτι πάει να γίνει, μαθαίνει ο κόσμος... βλέπει ο κόσμος... ξυπνάει ο κόσμος”... σου έρχεται ένα περιστατικό από το πουθενά και στο γκρεμίζει!...

      Για το... φροντιστήριο, πρόθυμη να βοηθήσω εάν μπορώ! :b
      Φιλιά πολλά!

      Διαγραφή
  6. Σα να μη πέρασε μια μέρα.
    Σα να γράφτηκε σήμερα.
    Ξεχειλίζει η οργή όσων είναι αθώοι - ή έστω, συγκριτικά, ελάχιστα ένοχοι - όταν βλέπουν τους πραγματικούς δολοφόνους να περιδιαβαίνουν δεξιά αριστερά, να μοστράρουν στα κωλοκάναλα, να πουλάνε ακόμη φούμαρα, να μοιράζουν ακόμα καθρεφτάκια στους ιθαγενείς, να τάζουν ακόμα ότι να ‘ναι και χωρίς αιδώ να ισομοιράζουν την ευθύνη σε όλους.

    Δυστυχώς αυτός ο λαός βρίσκεται σε βαθειά ύπνωση.

    Μάθαμε να αρκούμαστε με μια δουλίτσα, με λίγα λεφτουδάκια, να κάνουμε μια ζωούλα και να μεγαλώνουμε τα παιδιά μας σπουδάζοντας όσο γίνεται περισσότερο για να βρουν κι αυτά μια θεσούλα.

    Μιζέρια και αηδία.
    Και μας «πέρασαν» ότι έτσι πρέπει, επειδή είχαμε «ξεφύγει».
    Ποιοι;
    Όλοι;;;
    Αν ήταν έτσι δεν θα δούλευε κανένας, τα κωλάδικα θα ήσαν κάθε μέρα γεμάτα, θα οδηγάγαμε όλοι τζιπάρες και θα είχαμε όλοι καταθέσεις στην Ελβετία.

    Μου θύμισες [αυτό] που είχα γράψει πριν 2 χρόνια.

    (Η περιγραφή στο κείμενο είναι ακαταμάχητη!)

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. [Αυτά είναι! Πας να γράψεις ένα σχόλιο σαν άνθρ... σα γάτα, τέλος πάντων, δεν είναι εκεί το θέμα μας, ντρουν! το τηλέφωνο! Χάνει τον ειρμό της η Roula, έχει και τον αμάζευτο από μόνη της, άντε να τα ξαναπάρει από την αρχή!]

      Πέτρο, “σε” διάβασα... Δυο χρόνια πριν το 'γραψες ή λίγες ώρες πριν;, θ' αναρωτιόμουν, αν δεν υπήρχε η ημερομηνία...
      Είναι τόσο θλιβερό —είμαστε τόσο θλιβεροί!
      Γι' αυτό ακριβώς που αναφέρεις και στο πιο πάνω σχόλιό σου: “μάθαμε να αρκούμαστε” σε μια “ζωούλα”. Κι είναι το χειρότερο. Παρόλο που στην πραγματικότητα είναι ελάχιστα εκείνα που μπορούν να μας χαρίσουν πληρότητα, εντούτοις τίποτα (ή σχεδόν τίποτα) απ' αυτά δεν περιλαμβάνεται στο βόλεμα της μικρής ζωούλας. Άλλα ψάχνουμε, άλλα κυνηγάμε, γι' αυτό “τις τρώμε” και λέμε κι ευχαριστώ!

      Τελικά, όλα για μια “θεσούλα” γίνονται... Τη δική μας, τη μίζερη (γι' αυτή, που όπως λες, σπουδάζουμε και τα παιδιά μας) και τη δική “τους” —το θρόνο τους, το θώκο τους.
      Μια “θεσούλα” για μια σύντομη (τόσο, μα τόσο σύντομη) “ζωούλα”...
      Απεχθάνομαι τις γενικεύσεις, αλλά είναι αναπόφευκτες όταν τόσα θέματα αφορούν τόσους πολλούς. (Ας μην παραβλέπουμε ότι, τόσο μετά από το κείμενό μου όσο και μετά από το δικό σου, είχαμε εκλογές. “Ε, και;” Τι μήνυμα στείλαμε από τις κάλπες; Τι μήνυμα έστειλε η αποχή, όχι από συνειδητή επιλογή, αλλά για... φραμπεδούμπα στην παραλία;
      Τρίβανε τα χέρια τους, με τέτοιον ανέλπιστο μπουναμά!... “Έχουμε την εντολή του λαού”, βγήκαν κι είπαν και λένε... Η κυβέρνηση της “κοπτοραπτούς”, πώς αλλιώς θα τους έβγαιναν τα νούμερα...;)

      Όπως έγραψα το πρωί και στην “διπλανή”, πάντως... σημασία έχει να μην σβήσουν οι φωνές που ακόμη αντιστέκονται, λένε “όχι”... Να μη χάσουμε ό,τι δεν μπορούν να μας κλέψουν. Τις αξίες μας. Την ανθρωπιά μας. Τον εαυτό μας.

      Σ' ευχαριστώ πολύ!
      Καλό βράδυ να έχεις!

      Διαγραφή
  7. Δεν έχω τίποτα να πω, πέρα του ότι αυτές τις ιστορίες των παππούδων και των πατεράδων μας δεν πρέπει να τις ξεχάσουμε πότε. Και είναι σημαντικότερο από κάθε άλλη φορά όλοι μας να καταγράψουμε τις ζωές αυτών των ανθρώπων. Είναι η μοναδική προίκα που μας απέμεινε. Μακροχρόνια δυστυχώς αποδείχθηκε πως η κατοχή δεν τελείωσε ποτέ…
    Οι δοσίλογοι τότε ρήμαζαν την Ελλάδα, οι δοσίλογοι τη ρημάζουν και τώρα!
    Καλό ξημέρωμα με ελπίδα!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Ολέθριες καταστάσεις, τόσο τότε, όσο και τώρα. Όμως τότε τον ήξερες τον εχθρό, είχε το πρόσωπο του κατακτητήॱ τώρα έχει το προσωπείο του “εθνοσωτήρα”.
      Είναι, πραγματικά, “προίκα” μας οι λιτές, μα τόσο πλούσιες, ζωές των ανθρώπων που έζησαν μερικά, μόλις, χρόνια πριν τις δικές μας γενιές. Είναι, άλλωστε, κι η απτή κληρονομιά μας.
      Ακόμη κι αν αμφισβητείται η “καθαρότητα” οποιασδήποτε π.Χ. καταγωγής μας, είμαστε σίγουρα απόγονοι αυτών των ανθρώπων και πρέπει, πέρα από καύχημα, να αποτελέσει τιμή μας αλλά και αξία μας.

      Καλό ξημέρωμα και σ' εσένα Ανδρομέδα μου!

      Διαγραφή
  8. ....Υποκλίνομαι στο κείμενό σου!
    Καταγράφει αλήθειες, χωρίς φανφάρες και στολίδια...
    Σαν να άκουγα τον πατέρα μου, στο ξέσπασμα του ήρωά σου..
    Δούλεψε τόοοσο πολύ στη ζωή του, ορφάνεψε, ξενιτεύτηκε, πάλεψε να μάθει γράμματα (πολυτέλεια για την εποχή..), αγωνίστηκε για το μεροκάματο και πλήρωνε τα μαλλιοκέφαλά του, στο ΤΕΒΕ...για να΄ ρθει η ώρα της σύνταξης και να μετράει τα ψίχουλα για να βγάλει το μήνα!
    ΄Ετσι τα κατάφεραν οι αλήτες ...

    **Αννιώ**

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Πόσο πολλοί, είναι τελικά, ετούτοι οι άνθρωποι!
      Πόσοι κι εμείς που τους γνωρίζουμε, σεβόμαστε τους αγώνες, τους κόπους τους, έχουμε οσφρανθεί την αγωνία και τις προσδοκίες τους κι έχουμε μαζί τους δει να τα παίρνει σα φωτιά η απληστία, η κακοδιακυβέρνηση, η αχαριστία —εν τέλει...

      Η σοφή, λαϊκή ρήση λέει πως “ο χορτάτος δεν ρωτάει τον πεινασμένο”... Έχουμε και χορτάτους... και βολεμένους [κηφήνες] δυστυχώς. Και μια φύτρα που τα 'χει βρει όλα έτοιμα και τα θεωρεί αυτονόητα...

      Εμείς, οι υπόλοιποι, δεν πρέπει να θεωρήσουμε ότι “μας έλαχε ο κλήρος” να τους πετάξουμε. Καθήκον μας είναι. Για 'κείνους τους ανθρώπους που “έχτισαν”. Για τους δικούς μας ανθρώπους. Τους παλιούς, τους νέους κι αυτούς που θα 'ρθουν.

      Να είσαι καλά, Αννιώ μου!
      Σ' ευχαριστώ πολύ και σε φιλώ!

      Διαγραφή
  9. Αχ! Ρούλα μου..συμφωνώ και επ αξάνω απόλυτα σε ότι γραφεις....!!! να ξερες πόσο μοιαζει η ιστορία σου με την δικια μας.. ετσι ακριβώς αισθανόμαστς νομοταγείς απο τα γενοφασκια μας μεχρι αιδίας... και βέβαια δεν τα φαγαμε εμείς... ομως το αποτελεσμα.. το ξερουμε όλοι μια συνταξη πείνας.. όσοι κυβερνάνε νομίζεις οτι δεν ζούνε σ αυτόν τον τόπο .... κατάντησαν τα παιδια ..να φεύγουν εξω .. για να βρούν δουλεια.. το κειμενο σου ειναι σαν να γραφτηκε σήμερα......πόση οργή νιώθουμε όλοι οι σκεπτωμενοι άνθρωποι.!! κατι πρέπει να γίνει ... τι δεν ξερω...δεν μπορεί να συνεχιστει αυτή η κατρακύλα καποιος .. κάποιοι θα ξεσηκωθούν.. αρκεί να είμαστε σ αυτό ενωμένοι....θελουμε κάποιον να δώσει πίσω τα όνειρα των παιδιών... οι φυλή μας έκανε θαυματα στο παρελθόν.. γιατί όχι και τώρα....!!! δεν αφήνουμε την ελπίδα να πεθάνει.. ποτέ..!!! φιλώ σε...!!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Έγραφα πιο πάνω, στην Αννιώ, πόσους τέτοιους ανθρώπους γνωρίζουμε... Μου το επιβεβαιώνετε, εσύ, η Αννιώ, η Πέτρα... Μου επιβεβαιώνετε πως είμαστε παιδιά τους, είμαστε η γενιά για την οποία πάλεψαν, και ναι, είμαστε αυτοί που “δεν τα φάγαμε”, όσο κι αν κάποιοι θέλουν να μας πείσουν για το αντίθετο, να μας φορτώσουν στις πλάτες μας τις δικές τους ανομίες.
      Δεν είναι μόνον η αδικία, είναι κι ο χλευασμός.
      Όλοι είμαστε υποχρεωμένοι να ξεσηκωθούμε. Αποφασιστικότητα, ενότητα κι αλληλεγγύη... Να παρακάμψουμε ό,τι ανούσιο μας χωρίζει και να συμπορευτούμε σ' έναν αγώνα δίκαιο με μπροστάρισσα την ανθρωπιά μας.
      Αν πεθάνει η ελπίδα, Ρούλα μου... πεθάναμε κι εμείς!

      Καλή δύναμη και πολλά φιλιά!

      Διαγραφή

Ψαξε και θα το βρεις!

Ημερολογιο

Σαν Σημερα

Ποια ειμαι εγω

Η φωτογραφία μου

Kατάγομαι από το πουθενά. Ανήκω σ' εμένα, στα όνειρά μου, στην ομορφιά μου και στην τσαχπινιά μου!

A cat in gloves catches no mice.
— English Proverb

Social Media

Ακολουθουν στο Google+

Συχναζουν εδω

Τα πιο διαβασμενα του 7ημερου

Στο Mailbox σου

Στα νυχια της Roula!

Πινεζες

Γυριζω και μυριζω!

Τσιου!

Πρωτοβουλία από την
Blogger της Διπλανής Πόρτας
κατά της Λογοκλοπής

Ζητα μου −περιπου!− ο,τι θες!

Αν θέλεις να αναδημοσιεύσεις κάποιο από τα κειμενάκια της Roula στείλε μου e-mail —είμαι καταδεχτική γάτα!— Αν βαριέσαι, no bad feelings αλλά οπωσδήποτε να κάνεις αναφορά στην πηγή με link στο blog της Roula.
[Σημ. Τα δικαιώματα των εικόνων και φωτογραφιών που συνοδεύουν τα κείμενα, ανήκουν αποκλειστικά στους δημιουργούς τους. Φωτο της Roula (original − manipulated) είναι όσες φέρουν το σχετικό υδατογράφημα.]
Special Credits
Comments' emoticons (smilies) by :
 
Αυτη τη στιγμη: