Πέμπτη, 13 Νοεμβρίου 2014

Κυριακή στο Ζάππειο


Άνοιξη ήταν. Σίγουρα. Ναι, ναι! Κατ' αρχάς, φορούσε εκείνη την ωραία πιε-ντε-πουλ ζακέτα που της είχε χαρίσει η ξαδέρφη της η Στέλλα... κι ετούτη η ζακέτα, μπορεί να 'ταν χοντρουλή κι αρκετά μακριά —σαν ημίπαλτο, πες— αλλά δε βαστούσε καθόλου το κρύο. Δεν το 'κανε μια φορά το λάθος και ξεγελάστηκε με τον ήλιο τον χειμωνιάτικο και βγήκε έξω μ' αυτή τη ζακέτα κι έπεσε μετά δυο βδομάδες με πνευμονία βαριά στο κρεβάτι; Τότε που μερόνυχτα πάνω απ' το προσκεφάλι της ήταν η Φροσούλα —καλή της ώρα, τι να γινόταν; Χάθηκαν από τότε που παντρεύτηκε και μετακόμισε σε διαμέρισμα, τεσσάρι, παρακαλώ...

Αλλά άσε τη Φροσούλα τώρα, θα 'ρθει κι η σειρά της, όλα στην ώρα τους— κι από τότε, από τότε, λέω, με την πνευμονία, η ζακέτα έμπαινε στην ντουλάπα μετά του Άι-Δημήτρη κι έβγαινε ξανά του Ευαγγελισμού. (Στη ντουλάπα κρεμούσε σε μια γωνιά τα ντεμί-σεζόν, να τα 'χει πάντα εύκαιραॱ αυτά, δεν έμπαιναν στις ναφθαλίνες μαζί με τα καλοκαιρινά ή τα χειμωνιάτικα, αναλόγως, όταν ήταν η ώρα να γίνει αυτή η δουλειά).


Άνοιξη ήταν, σίγουρα, γιατί οι πεταλούδες φουρτουρούσαν τριγύρω, τα φύλλα είχαν όμορφο χρώμα, φρέσκο, ζωηρό, ζωντανόॱ κι ανάμεσά τους ξεπετάγονταν σαν μικρά, παιχνιδιάρικα μάτια, μπουμπουκάκια κλειστά, κι άλλα μισάνοιχτα, και λουλουδάκια λευκά σαν λιλιπούτειες, άτακτες χορεύτριες λίγο πριν μαζευτούν στη σκηνή κι ανοίξει η αυλαία —αχ, ο καημός της, τώρα που 'παμε χορεύτριες... να 'βλεπε ζωντανά, στις δόξες τους, τα Μπαλσόι «του Γκριγκορόβιτς», μεγάλο πράγμα ζήτησε; Όταν την παρακάλαγαν ο Κόστια με τη Λιούμπα, εκείνη δεν τ' αποφάσιζε να πάει τουρ στη Ρωσία (Σοβιετική Ένωση, τότε. Αστειεύεσαι; Να νομίζουν ότι ήταν από 'κείνους;) Με τρία, τριάμισι ρούβλια, λέει, μπορούσες να παρακολουθήσεις τις παραστάσεις και, όπως οι πεταλούδες..., έτσι φουρτουρούσε κι η καρδιά της από τη λαχτάρα...
Λαχτάρα που 'χε μείνει κουκουλωμένη στη γωνιά, μαζί με τόσες... κι άλλες τόσες...

Άνοιξη ήταν. Ό,τι είχε περάσει την Όαση —αχ, να κι άλλος καημός... Να φορούσε, λέει, τα καλά της και να μην είχε προσπεράσει το μικρό καφέ γιατί εκεί θα την περίμενε εκείνος... Ποιος; Κάποιος. Κάποιος να την αγαπούσε, κάποιος να 'ταν για 'κείνη μόνοॱ ο ένας και μοναδικός κάποιος που θα της περνούσε δαχτυλίδι και θα την έκανε γυναίκα του με τιμή και με δόξα...

Μ' ετούτα και μ' εκείνα, είχε σχεδόν φτάσει στον Έρωτα*... Κάθε Κυριακή, ήταν η πρώτη στάση της. Κάθε Κυριακή τον χάζευε και προσπαθούσε να σκεφτεί τι ήταν αυτό που τον οδήγησε στο να σπάσει το τόξο του. «Δίχως τόξο, έρμε, πώς θα πετάς τα βέλη σου; Πώς θα λαβώνεις τις καρδιές και πώς θα τις σκλαβώνεις; Ή μήπως είν' πολλά τα βασανά σου, τόσα που ο άνθρωπος ν' αντέξει δεν μπορεί και πια, κατέστρεψες τα όπλα σου για να μην τα καταθέσεις...;», αναρωτιόταν και σχεδόν παραμιλούσε... Παραμιλούσε εκείνη που η ομορφιά της είχε μιληθεί... και που τώρα είχε στραγγίσει μαζί με τους χυμούς της νιότης και τίποτα δε θύμιζε το κορίτσι που 'χε έρθει —μια μπουκιά παιδί, ούτε δώδεκα δε θα 'ταν— παρακόρη απ' το χωριό, λίγο πριν τον πόλεμο...

Πρώτα είδε την πεταλούδα! Όχι, όχι αληθινή πεταλούδα, μα μιαν από εκείνες τις μεταλλικές, με το κοντό, λεπτό, πλαστικό κοντάρι που χρησίμευε ως λαβή, για να το κρατά το παιδάκι και να τσουλάει την πεταλούδα κι αυτή, ν' ανοιγοκλείνει τα φτερά της! Κόκκινη με μπλε και κίτρινες πιτσίλες, χαρούμενη πεταλούδα, πολύ πιο μεγάλη από τα παπουτσάκια του κοριτσιού που την ακολουθούσε! Άξαφνα, η πεταλούδα σταμάτησε να τσουλάει, το ένα φτερό έμεινε όρθιο, τ' άλλο απλωμένο στο πλάι... επίμονο σπρώξιμο μπρος−πίσω, ώσπου η πεταλούδα διαλύθηκε και η μικρή άρχισε να κλαίει.
— «Μπαμπά, θα μου πάρεις άλλη;»
— «Όχι σήμερα, Ειρήνη. Τώρα πάμε στις κούνιες. Την άλλη Κυριακή.»
Την άλλη Κυριακή... είπε εκείνος, ο πατέρας της μικρής που την έλεγαν Ειρήνηॱ μα, για στάσου, αυτή η φωνή, με την καθάρια χροιά, τόσο γνωστή, τόσο αξέχαστη...

— «Βύρωνα...;» και τον κοίταξε για πρώτη φορά, σαν πρώτη φορά...


Είχε περάσει τα είκοσι δύο, ίσως και τα είκοσι τρία η Μερόπη, όταν ο ναύαρχος —δεν είπαμε ότι, μικρό κορίτσι, ήρθε παρακόρη από το χωριό, στην Αθήνα; Ε, στου ναυάρχου το σπίτι ήταν— έστελνε τα πεσκέσια στο σπίτι του με τον νεαρό σημαιοφόρο, παιδί τίμιο κι έμπιστο, με απώτερο σκοπό να κουκουλώσει την κόρη του που δεν βλεπόταν. Ίσως και να βλεπόταν δηλαδή —άλλες εποχές τότε, άλλα τα γούστα— όμως ίσαμε 'κει.

Ψηλή και άχαρη. Μάτια μικρά, λίγο «πειραγμένη» η εστίαση, μύτη σουβλερή και χείλη ανύπαρκτα. Αυτή ήταν η Ελισάβετ. Έλεγαν ότι ήταν μικρότερη από εκείνη —τη Μερόπη, δηλαδή— όμως αυτό ήταν πέρα για πέρα ψέμα, αφού το θυμόταν καλά πως, με το που πρωτομπήκε στο σπίτι του ναυάρχου κι άφησε το μπόγο της στο δωματιάκι της «υπηρεσίας», η Ελισάβετ κατέβηκε τρέχοντας τη σκάλα, μ' ένα τεράστιο, παραγεμισμένο ψωμί (αργότερα, η Μερόπη έμαθε πως το έλεγαν σάντουιτς) στα χέρια και αφού την κοίταξε από πάνω μέχρι κάτω, σχεδόν με αποστροφή, της είπε «εγώ είμαι η μικρή κυρία και είμαι δεκαπέντε». Δεν είχε προλάβει, βλέπεις, τις συστάσεις.
Τέλος πάντων...

Ο νεαρός σημαιοφόρος, λοιπόν, ήταν ο Βύρωνας. Ευγενικός και μετρημένος, πάντα παρέδιδε στην Μερόπη τα πεσκέσια και αρνιόταν να περάσει μέσα «να τον τρατάρουν ένα γλυκό», όπως είχε δασκαλέψει ο ναύαρχος τη γυναίκα του να 'χει το νου της και να λέει.

Μα ούτε και με τη Μερόπη είχε πολλές κουβέντες. Όσο κι αν εκείνη προσπαθούσε να φλυαρήσει λίγο μαζί του, να μάθει για 'κείνον... Μπα. Πιο φλύαρη ήταν, τελικά, η σιωπή της όταν είδε κι απόειδε και πια, μονάχα με τα μάτια, του μιλούσε τη λαχτάρα της.
Λαχτάρα που κρύφτηκε πρώτη, πριν και πάνω από κάθε άλλη, ντροπιασμένη στη γωνιά... κι έγινε σαράκι.

Η Ελισάβετ έβρισκε «όλως τυχαίως και εντελώς συμπτωματικά» την ευκαιρία να βγει στο προχώλ, να μυρίσει τα λουλούδια στα βάζα που κοσμούσαν την κονσόνλα Λουί κενζ και να παρατηρήσει τη Μερόπη «πάλι έχεις αφήσει σκόνη στα σκαλίσματα, αλλά τι να πει κανείς... Μήπως είχατε και στα Τζουμέρκα, έπιπλα Λουί κενζ;», κάνοντας —νόμιζε— το κομμάτι της στον Βύρωνα και υποβιβάζοντας —πάλι, νόμιζε— στα μάτια του την Μερόπη που η ομορφιά της ήταν, θα 'λεγε κανείς, ανυπόφορη για την οικογένεια του ναυάρχου.

Η Μερόπη δεν ήξερε ότι ήταν όμορφη.
Της το 'λεγαν, όμως, οι άλλες γυναίκες του σπιτιού —η μαγείρισσα κι οι δυο υπηρέτριες, καμαριέρες πες, που ήταν χρόνια μεγαλύτερές της και γνώριζαν πολλά, τόσος κόσμος που έμπαινε κι έβγαινε στο αρχοντικό.
Της το 'χε πει κι η μαντμουαζέλ Σολάνζ, που παρέδιδε μαθήματα Γαλλικών και πιάνου στην Ελισάβετ... κι όχι μόνον της το 'χε πει, μα της το 'χε δείξει κιόλας, χαϊδεύοντας φευγαλέα το πρόσωπό της, κρατώντας της τρυφερά το χέρι, αγγίζοντας «τυχαία» το στήθος της και κοιτάζοντάς την ονειροπόλα, κάθε φορά που η Μερόπη της πήγαινε νερό, γλυκό ή της σερβίριζε το φαγητό της, όποτε τα μαθήματα ξεκινούσαν το πρωί και τελείωναν αργά το απόγευμα...
Το έβλεπε και στα λαίμαργα μάτια των ναυτών που κατά καιρούς πηγαινοέρχονταν στο σπίτι —κανένας από αυτούς δεν είχε την ευγένεια και τη φινέτσα του Βύρωνα, κανείς δεν έκανε την καρδιά της ν' αναστατωθεί, κανείς δεν ήταν έρωτας... 


Ήταν ξεκάθαρο πως δεν την είχε αναγνωρίσει.
Αντίθετα μ' εκείνον που μόνο μερικές γκρίζες τρίχες ξεπετάγονταν πού και πού ανάμεσα στα πυκνά, μαύρα μαλλιά του, τα δικά της είχαν σχεδόν ολότελα ασπρίσει... Οι, πάλαι ποτέ, πυρόξανθες μπούκλες της, είχαν δώσει τη θέση τους σ' έναν αυστηρό κότσο, στη βάση του αυχένα της. Το λεπτεπίλεπτο κορμάκι δεν είχε βαρύνει, κρυβόταν όμως, ώριμο και κουρασμένο, κάτω από την καλόγουστη μεν αλλά αρκετά φθαρμένη και δυο νούμερα τουλάχιστον μεγαλύτερη από το μέγεθός της, ζακέτα της.

Το κοριτσάκι —που τον είχε ακούσει να το λέει Ειρήνη— την κοίταζε με περιέργεια, μ' εκείνη την αφοπλιστική παρατηρητικότητα των παιδιών, που ξεγυμνώνει...
— «Μπαμπά, ποια είναι;»

Τον έβλεπε που βασανιζόταν να τη θυμηθεί και την πονούσε που του ήταν αδύνατο!... Πιο πολύ για να βάλει τέλος στο δικό της μαρτύριο, δεν τ' άντεχε να μην τη θυμάται, να μην του λέει τίποτα η μορφή της...
— «Βύρωνα, η Μερόπη είμαι...»

Αμηχανία, ξανά... Είναι δυνατόν; Εκείνος ήταν όλη η ύπαρξή της, χάρη στη θύμηση εκείνου έβρισκε δύναμη να σπρώχνει την κάθε μέρα της άχαρης ζωής της —την κάθε μέρα που, ήλπιζε πως θα τον συναντούσε κι ίσως... Ποιος ξέρει; Μπορεί και να...

Το κοριτσάκι που το έλεγαν Ειρήνη και ήταν κόρη του, είχε αρχίσει να εκνευρίζεται.
— «Ε, μπαμπά, ποια είναι; Ε; Ε; Πες...»

— «Η Μερόπη, Βύρωνα... στο σπίτι του ναυάρχου...» κι άνοιξε τα χέρια της να τον αγκαλιάσει, να τον φιλήσει... να μυρίσει το δέρμα του που ποτέ δεν είχε αγγίξει...

Της έδωσε το χέρι του —θερμή χειραψία, ομολογουμένως— μα δεν άνοιξε την αγκαλιά του.
— «Βρε Μερόπη! Πόσα χρόνια!... Πες μου τα νέα σου! Τι γίνεσαι; Πού βρίσκεσαι;»

Η Ειρήνη, φανερά εκνευρισμένη, θυμωμένη μάλλον, άρχισε να κλωτσάει το χώμα!
— «Μπαμπά, πότε θα πάμε στις κούνιες...;» γκρίνιαξε και κοίταξε ακόμη πιο θυμωμένη από πριν την Μερόπη... που της χάλασε, όπως η πεταλούδα —διπλή συμφορά!— την ευχάριστη κυριακάτικη βόλτα της.

— «Πηγαίνετε, θα 'ρθω να σας βρω εκεί!» Τους είδε ν' απομακρύνονται, την Ειρήνη να χοροπηδά χαρούμενη και να τραβά από το χέρι τον πατέρα της —εκείνον— και σηκώθηκε από το παγκάκι.

«Όταν είδε κι απόειδε ο ναύαρχος ότι δεν φτούρησε το ειδύλλιο —ξέρεις, ακόμη κι όταν απολύθηκες, σκεφτόταν με ποιον τρόπο θα μπορούσε να σε ξανακαλοπιάσει— πάντρεψε τελικά την Ελισάβετ μ' έναν σιτεμένο μεγαλογιατρό, χήρο και με δυο γιους της παντρειάς! Σχωρέθηκε κι η γυναίκα του και τον πήραν μαζί τους, μαζί και το υπόλοιπο υπηρετικό προσωπικό... Εμένα, μ' άφησαν να βρω το δρόμο μου, λέει. Μου 'δωσαν μια συστατική επιστολή, πέντε χρυσές λίρες και πέντε χιλιάδες δραχμές. 
»Βρήκα γρήγορα δουλειά σε μια καλή γυναίκα, ηλικιωμένη που δυο χρόνια μετά ανημπόρεψε. Μαζί με τις δουλειές, έκανα και τη νοσοκόμα. Εγώ της έκλεισα τα μάτια. Μ' ό,τι κομπόδεμα είχα, πήρα ένα σπιτάκι και σε περίμενα... Είχα φτάσει τριάντα οκτώ... και σε περίμενα... 
»Άσ' τα αυτά, τώρα... 
»Δουλεύω αποκλειστική... Πότε σε σπίτια, πότε σε νοσοκομεία... Γυρίζω σπίτι και δεν με περιμένει κανείς. Ανάβω το καντηλάκι και προσεύχομαι για 'σένα... Για 'σένα που δεν ήξερα πού είσαι, τι κάνεις... 
»Αλλά, άσ' τα αυτά, τώρα...»

Βαδίζοντας, προβάριζε τα λόγια της. Προβάριζε τη ζωή της σε φράσεις.
Είχε φτάσει έξω από την παιδική χαρά. Περίμενε να τον δει να την περιμένει, έστω να κοιτάζει προς το μονοπάτι, έστω και φευγαλέα...

Τον είδε να σπρώχνει μια κούνια, «πιο ψηλά, μπαμπά! Πιο ψηλά!»
Τον άκουσε να γελά...

Την έπιασε το παράπονο. Εκείνος είχε παντρευτεί, είχε το κοριτσάκι του... Τι δουλειά είχε το φάντασμα από τη νιότη του στο κάδρο της τωρινής ζωής του;

Στάθηκε ώρα πολλή... Μέχρι που η Ειρήνη κουράστηκε. Μέχρι που πήγαν στη βρύση κι έπλυναν τα χέρια τους. Μέχρι που έβγαλε από την τσέπη του ένα κάτασπρο μαντήλι και τα σκούπισαν. Μέχρι που βγήκαν...
Ούτε στιγμή δεν γύρισε εκείνος.


Πέρασαν Κυριακές χρόνων... Κάθε μία, έβλεπε την Ειρήνη να μεγαλώνει και ν' αλλάζει... Κι εκείνος μεγάλωνεॱ η Μερόπη δεν το 'βλεπε, ή δεν της φαινόταν, ή δεν το καταλάβαινε...
Έκλεβε από μακριά τις στιγμές τους, μ' αυτές έφτιαχνε στο μυαλό της ιστορίες για τη ζωή τους και τις έκανε συντροφιά στον ασυντρόφευτο ύπνο της.

Δυο−τρεις φορές την είχε πάρει το μάτι τής Ειρήνηςॱ δεν το 'χε προσέξει. Η μικρή, πάλι, από φόβο μήπως εκείνη η κυρία πιάσει την κουβέντα στον πατέρα της και τους χαλάσει το παιχνίδι, δεν είχε βγάλει μιλιά.

Γυρνούσε ο μύλος των εποχών, μα κάθε Κυριακή, η Μερόπη ήταν πάντα εκεί, στο Ζάππειο, περιμένοντάς τους ακόμη κι όταν δεν έρχοντανॱ ακόμη κι όταν έπαψαν να 'ρχονται. Έκανε έναν πρόχειρο υπολογισμό... Η Ειρήνη θα 'ταν πια δέκα; Δώδεκα; «Ε, πόσο πια...», σκεφτόταν...
Και ξαναπήγαινε.

Τώρα που έφτασε η ώρα της —γιατί το 'ξερε πως είχε φτάσει... Αυτό που δεν ήξερε, ήταν πώς δεν κατάλαβε νωρίτερα τα σημάδια. Νοσοκόμα γυναίκα, τόσα είχαν δει τα μάτια της. Πώς δεν τα είδε στον εαυτό της;— τώρα, λοιπόν, τα σκεφτόταν όλα αυτά —η Ειρήνη θα 'ταν πια... Ε, δε θα 'ταν τριάντα;— κι ήταν ήρεμη... και πικραμένη.

Κανείς δεν βρισκόταν πλάι της, μα εκείνη τον έβλεπε εκεί. Της αρκούσε που εκείνος, ήταν εκεί. Άπλωσε το χέρι της να πιάσει το δικό του.
Χάιδεψε το κενό... «δροσερό που 'ναι το χέρι σου, καλέ μου...» 


Ο Βύρωνας έκλεισε την εφημερίδα. Ήθελε να κοιμηθεί, τελευταίως τον ενοχλούσαν πολύ τα γόνατά του. Του είχε χαλάσει τη διάθεση, άλλωστε, μια είδηση «στα ψιλά»... για μια εβδομηνταπεντάχρονη γυναίκα, το πτώμα της οποίας βρέθηκε στο σπίτι της, δεκαεπτά ημέρες μετά το θάνατό της. Δεν είχε κανέναν δικό της, κανείς δεν την αναζήτησε... ήταν κι η απεργία των απορριμματοφόρων, διάχυτη σ' όλη την ατμόσφαιρα η αποφορά, πού να πάει το μυαλό;
Την έλεγαν Μερόπη.

Το σχολίασαν με την αγαπημένη του γυναίκα κι ένοιωσαν ευλογημένοι που είχαν ο ένας τον άλλον και που η Ειρήνη τους ήταν τόσο δεμένη μαζί τους.

— «Ήξερα κι εγώ μια Μερόπη... Ψυχοκόρη του ναυάρχουॱ σου 'χω πει. Καλό κορίτσι. Κι όμορφο. Ποιος ξέρει τι να γίνεται...»

_______________________________________
* Έρωτας (Έρως Τοξοθραύστης) — άγαλμα του Γεωργίου Βρούτου (1843 — 1909) στους κήπους του Ζαππείου.


Αντί Υστερόγραφου: Εσύ, που διάβασες την παραπάνω ιστορία και “κάτι σου θύμισε”... ή που θυμήθηκες και τι−και−πού ακριβώς... δεν κάνεις λάθος. Και παλιότερα* την είχα δημοσιεύσει. Κάπου αλλού. Κάπως αλλιώς. Μαζί με μερικές ακόμη. Εδώ, όμως, μπαίνει τελεία.
* Πρωτη Δημοσιευση 16/1/2013

Οποιαδήποτε ομοιότητα με πρόσωπα, γεγονότα, καταστάσεις, είναι εντελώς συμπτωματική.
ΚΕΙΜΕΝΟ − ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ © Roula the Cat | Πέμπτη, 13 Νοεμβρίου 2014, 04:13

22 σχόλια:

  1. Υπέροχη και νοσταλγική, εύγε και καλημέρα σας!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Τώρα μαζεύτηκα από τη γύρα στη blog-ο-γειτονιά!
      Καλησπέρα, Tremens μου, σ' ευχαριστώ πολύ!

      Διαγραφή
  2. Ρούλα μου ...χάθηκα και όχι τίποτα άλλο με πήραν είδηση και στη δουλειά. Σε μια παιδική χαρά, κάπου στο Ζάππειο....
    Να'σαι καλά χαρά μου♥

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Ωχ, ωχ! Ελπίζω να μην υπήρξαν “κυρώσεις” εξαιτίας μου!
      Φιλιά πολλά, Αριστέα μου, να είσαι καλά κι εσύ! ❤

      Διαγραφή
  3. ωραίοοοο καλημέρα ρούλα μου :S σε καλημερίζω και σε φιλώ

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Σ΄ευχαριστώ πολύ, Νικόλα μου!
      Να είσαι καλά, την καλησπέρα μου! :a

      Διαγραφή
  4. Ρούλα μου έξοχη........!!!!! γεμάτη συγκίνηση και συναίσθημα.....!!! κάθε της βούλιαγμα στην παράγραφο στο πέρασμα του χρόνου και μια σκέψη. Και στο τέλος όλα εκείνα τα απωθημένα τα ανεκπλήρωτα που λες και κατάρα είναι να βασανίζουν τους ανθρώπους αιωρούμενες άδικες ...κατάρες που λέει και η γλώσσα μας.
    Κείμενο ζωής.......! με συγκίνησες πολύ με τη γραφή σου......να το ξέρεις.
    Και στο τέλος έμεινε η πίκρα μιας ολάκερης ζωής να βαραίνει ασήκωτη κάποιους ανθρώπους άδικα μα παντελώς άδικα.....γιατί ;;
    ωωωωωω το γιατί είναι μεγάλο........!
    και έχει να κάνει με το μεγάλο θέμα που ακούει στον ορισμό "ΔΙΕΚΔΙΚΗΣΕ ΤΗ ΖΩΗ ΣΟΥ ΓΙΑ ΝΑ ΜΗΝ ΤΗ ΘΩΡΡΕΙΣ ΠΙΣΩ ΑΠΟ ΕΝΑ ΤΖΑΜΙ ή ΟΛΟΓΥΡΑ ΑΠΟ ΕΝΑ ΠΑΓΚΑΚΙ".
    Καλή συνέχεια στη μέρα σου ΡΟΥΛΑ.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Αν και σε γενικές γραμμές (κατά βάθος, πάντως, τις σιχαίνομαι τις γενικεύσεις) θεωρώ τις δεκαετίες “εκείνες” —40+ χρόνια πίσω και βάλε— πιο αγνές, τους ανθρώπους τους περισσότερο αθώους ή και άδολους, εντούτοις, δεν μπορώ να παραβλέψω ότι το σύστημα αξιών “επέβαλλε” διαρκώς και επαναλαμβανόμενα, αυστηρούς κοινωνικούς κανόνες χωρίς δυνατότητα διαφυγής από αυτούς, μια που οποιαδήποτε παρέκκλιση σήμαινε σχεδόν αυτομάτως τον στιγματισμό, την απόρριψη, την απομόνωση του ατόμου.

      Η Μερόπη (κάθε “Μερόπη” της εποχής) ήταν μετέωρη ανάμεσα στον κόσμο που άφησε (την παραδοσιακή κοινωνία της υπαίθρου) και το αστικό περιβάλλον της πρωτεύουσας, από το οποίο “απείχε” και με το οποίο δεν υπήρχε κανένας συνδετικός κρίκος για την ομαλή —όχι ένταξή της, αλλά— προσαρμογή της σε αυτό.
      Εσαεί άτολμη και υποχωρητική, εμφανώς ενοχική, ποτέ δεν διεκδίκησε τίποτα —τίποτα απ' όσα δικαιούνταν, τίποτα περισσότερο από το “τίποτα” που σαν ξεροκόμματο της πετούσαν οι άλλοι.
      Μια ζωή καταδικασμένη σ' ένα παγκάκι ή, πίσω από ένα τζάμι (όπως πολύ σωστά επισημαίνεις).
      Μια ζωή χαμένη, όπως χιλιάδες άλλες ζωές, με ευγένεια και μεγαλείο ψυχής μα, άφωνες.

      Γιάννη, σ' ευχαριστώ πολύ για το χρόνο σου και το ουσιαστικό σου σχόλιο!
      Την καλημέρα μου και καλή συνέχεια!

      Διαγραφή
  5. Γεμάτη νοσταλγία, γεμάτη από ένα περίεργο συναίσθημα, ρουφούσα λέξη λέξη και ταξίδευα από την καρέκλα του γραφείου μου σε μια παιδική χαρά.
    Και έφτασα στο υστερόγραφο και σκέφτηκα πως δεν με νοιάζει αν έχει ξαναγραφεί, πόσες φορές θα ξαναγραφτεί γιατί του αξίζει.
    Είσαι υπέροχη ♥ Σου στέλνω φιλάκι!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Να που όπως και η Αριστέα, έτσι κι εσύ... ξεφύγατε σε μια παιδική χαρά!
      Επιστροφή στην πιο αθώα φάση της ζωής μας, ένα ταξίδι με τα μάτια άλλου, στη ζωή κάποιων άλλων...

      Σ' ευχαριστώ πολύ για το τρυφερό σχόλιο και σ' ευχαριστώ, επιπλέον, για τη θέση σου στο “υστερόγραφο”!...

      Φιλιά πολλά, διπλανή μου! ❤

      Διαγραφή
  6. κάπου ειχα διαβασει πως το όνομά μας είναι σημαντικό στην εξέλιξή μας...αυτο μου θύμησε η Μερόπη....
    Καληνύχτα γατούλα!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Πολύ ενδιαφέρουσα οπτική, Νάσια!
      Είτε βάσει των Ομηρικών επών είτε (ακόμη και) θρησκευτικά...

      Να είσαι καλά, την καλημέρα μου! ❤

      Διαγραφή
  7. Η καημένη η Μερόπη!
    Με συγκίνησε πολύ η καταπληκτική ιστορία σου!
    Να είσαι καλά!
    Φιλιά πολλά!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Σ΄ευχαριστώ πολύ, Μαρία μου!

      Να 'χεις όμορφη μέρα!
      Σε φιλώ! ❤

      Διαγραφή
  8. Αμάν β ρε Ρούλα!!!! Πώπωπωπω μαύρισε η ψυχή μου μαύρισε! Ουφ. ¨Όλοι έχουμε γνωρίσει κι από μία Μερόπη. Που λες είχα κι εγώ κάτι τέτοιες περίεργες τάσεις εκεί μέχρι τα 23 μου και σκεφτόμουν πως θα μπορούσα κάλλιστα να καταλήξω σαν την καημένη τη Μερόπη κι έδωσα δυο τρία χαστούκια στον εαυτό μου και συνήλθα. Καλοί και οι ρομαντικοί Έρωτες αλλά όχι και να γεράσεις άκληρος κι ολομόναχος.. αυτά είναι για να τα διαβάζουμε και να κλαίμε.

    Καλημέρα και καλή δύναμη σε ότι κι αν κάνεις!!!!!!!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Μου θύμισες την αντίδραση πολύ καλού φίλου μου —ήταν από τους πρώτους που το είχαν διαβάσει όταν γράφτηκε— “αμάν, βρε παιδάκι μου, δεν σου είπα ότι δεν τα μπορώ τα μελαγχολικά; Μαύρισε η ψυχούλα μου!” (Ναι, ακριβώς αυτό!)

      Ένας ρομαντικός (;) [μαχοζιστικός, θα έλεγα!] ανεκπλήρωτος έρωτας.
      Στις μέρες μας, κάτι τέτοιο μοιάζει αδιανόητο και βεβαίως και ευτυχώς, οι άνθρωποι ως επί το πλείστον παίρνουν τη ζωή τους στα χέρια τους, επιλέγουν, ξεσκαρτάρουν, πετάνε (ολοκληρωτικά ή εν μέρει) τη σκαρταδούρα όταν διαβλέπουν τη νοσηρότητα μιας κατάστασης.
      Η Μερόπη μας όμως, ζούσε σε μιαν άλλη εποχή, με άλλες καταβολές και διαφορετική δομή από τη δική μας. (Βλ. παραπάνω, το σχόλιο προς τον Γιάννη)
      Πάντα, λοιπόν, εξετάζουμε μια κατάσταση / ιστορία, σε σχέση με το τι ίσχυε στην εποχή της.

      Να συμπληρώσω, εδώ, ότι ανάλογη με της Μερόπης συμπεριφορά, δεν είχε να κάνει πάντα με το μορφωτικό / κοινωνικό επίπεδο. Έχει μείνει “στην ιστορία” η περίπτωηση αγαπημένης καθηγήτριάς μου (“έφυγε” πρόσφατα), η οποία έχασε (σε ατύχημα) σε νεαρή ηλικία τον αρραβωνιαστικό της κι έμεινε σε όλη τη ζωή της μόνη, πιστή και αφοσιωμένη σ' αυτόν τον άτυχο έρωτα.

      Την καλημέρα μου και φιλιά πολλά!

      Διαγραφή
    2. Καλέ ακόμα και τώρα γίνονται αυτά! Το βλέπω γύρω μου. ¨Είναι το γαμώ το που πιάνει μερικούς, θες το λες πείσμα, θες το λες εγωισμό, θες το λες εμμονή και στασιμότητα, θες τρελή εξιδανίκευση. Συμβαίνει, απλώς είναι πιο συγκαλυμμένο γιατί όλο και κανά νταλαβεράκι παίζει στο ενδιάμεσο. Αλλά πολλοί καταλήγουν μόνοι και άκληροι επειδή έχουν κολλήσει σε έναν νεανικό ως επί το πλείστον ρομαντικό έρωτα. Μεγάλη παγίδα, πολύ μεγάλη παγίδα και πολύ άδικο. Στα δεκαοκτώ και στα είκοσι μας πάντα τα συναισθήματά μας είναι καταιγιστικά. Είμαστε στη φάση που ανακαλύπτουμε για πρώτη φορά τον κόσμο, που δεν έχουμε προσδιορίσει τη θέση μας μέσα σε αυτόν και γεμάτοι ανασφάλειες θεωρούμε τους πάντες και τα πάντα μακράν καλύτερους από εμάς. Κι άμα είμαστε ρομαντικοί κι ευαίσθητοι κι από πάνω… κλάφτα. Γι αυτό σου λέω μου μαύρισες την ψυχή, ταυτίστηκα. Να σαν τη Μερόπη θα κατέληγα κι εγώ αν δεν ήμουν και λίγο τσαπερδόνα.
      Μου ξύπνησες όμως κι έναν προβληματισμό. Τελικά σε τέτοιες περιπτώσεις το μυαλό είναι αυτό που κολλάει ή η καρδιά; Και στο τέλος αυτό που μας δίνει ώθηση για να τραβήξουμε μπροστά είναι η λογική ή η ψυχική δύναμη; Αυτοεκτίμηση είναι σίγουρα!

      Ξανά μανά μπράβο Ρούλα μου!!!! Κάνεις το διάβασμα στην οθόνη του υπολογιστή παιχνιδάκι.

      Διαγραφή
    3. Ανδρομέδα μου (συγγνώμη που δεν σε προσφωνώ “Χριστίνα”... μου “κόλλησε” από τη πρώτο μου σχόλιο προς εσένα και... έμεινε! —Άσχετο, αλλά ήθελα να το πω!)

      Λίγο−πολύ, νομίζω, όλοι έχουμε περάσει από τη φάση της εξιδανίκευσης του “άλλου”, ίσως επειδή —όπως σωστά εντοπίζεις— σε πολύ νεαρές ηλικίες δεν έχουμε ακόμη αυτοτοποθετηθεί στον ευρύτερο περιβάλλοντα χώρο.
      Από την εποχή της “Μερόπης”, όμως, έως τις μέρες μας (τρεις δεκαετίες και βάλε, είναι αυτές οι... “μέρες μας”!) η κοινωνία έχει διαφοροποιηθεί, οι ρόλοι της γυναίκας μέσα σε αυτήν έχουν επαναπροσδιοριστεί.
      Η Μερόπη έζησε περιορισμένα, οι ορίζοντές της δεν άνοιξαν ποτέ —τόσο λόγω συνθηκών, όσο και λόγω χαρακτήρα.
      Όσον αφορά τον προβληματισμό σου, νομίζω ότι σε αποφάσεις ζωής θα πρέπει να συμμετέχουν τόσο η καρδιά όσο και το μυαλό.
      Η αυτοεκτίμηση είναι σύνθετο αποτέλεσμα, αφενός βιωμάτων που ξεκινούν από την πολύ τρυφερή ηλικία κι αφετέρου προσωπικής “δουλειάς” με τον εαυτό μας. Άρα, νομίζω ότι και η “ώθηση”, συνδυαστικά λειτουργεί...

      Σ΄ευχαριστώ πολύ για την επιστροφή,το σχόλιό σου και τα καλά σου λόγια!
      Φιλιά πολλά! ❤

      Διαγραφή
  9. Πόσες τέτοιες ψυχές δεν μπόρεσαν να αποκτήσουν ποτέ αυτό το μικρό κομματάκι ευτυχίας που ποθούσαν! Και μαράζωσαν, πριν το διεκδικήσουν, πριν ανακαλύψουν καλά - καλά, αν αυτό ήταν που πραγματικά ήθελαν!

    Πολύ δυνατό κι αυτό, Γατα μου!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Πολύ σωστή η επισήμανσή σου:
      “πριν ανακαλύψουν καλά - καλά, αν αυτό ήταν που πραγματικά ήθελαν!”
      Μου θυμίζει (χωρίς να είναι ταυτόσημο) το πρόσεχε τι εύχεσαι, γιατί μπορεί να πραγματοποιηθεί...
      Στ' αλήθεια, πολλές ψυχές πήγαν χαμένες γιατί προσκολλήθηκαν σ' ένα όνειρο ή μια επιθυμία, αυτοεξοριζόμενες από την ίδια τη ζωή...

      Να είσαι καλά, σ' ευχαριστώ πολύ!
      Σε φιλώ!

      Διαγραφή
  10. Κρίμα Ρουλάκι μου που δεν είχα φτιάξει και τον καφέ μου, να σε διαβάζω και να σε απολαμβάνω, αλλά ομολογώ πως, όταν ξεκίνησα να σε διαβάζω, ξέχασα και τον καφέ και όλα... Δεν σου κρύβω πως πικράθηκα με την ιστορία της Μερόπης, ωστόσο όμως, ο τρόπος που γράφεις είναι τόσο κινηματογραφικός, που χαλάλι το φινάλε! "Προβάριζε τη ζωή της σε φράσεις"...υπέροχη πρόταση, όσο και λυπητερή ως διαπίστωση... Να είσαι καλά και μην ξεχνιόμαστε, έχεις κι άλλη ιστορία που περιμένουμε το παρακάτω ;) Φιλιά πολλά :))

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Πέτρα μου,
      Χρειαζόταν ο καφές!
      Αναμενόμενο, μάλλον, το τέλος της Μερόπης... Ξέρεις, τις προάλλες, ο Πιγκουίνος είχε αναρτήσει ένα υπέροχο κείμενο, στο οποίο ανέφερε πως “Το πιο σαγηνευτικό ταξίδι είναι οι ζωές των άλλων.” κι ήταν εκεί που στάθηκα και σχολίασα, ίσως γιατί μέσα από τέτοια “ταξίδια” προέκυψε η “Μερόπη” και η ιστορία της.

      Α,χα! Το παρακάτω, ε; “Μια φορά το μήνα”, δεν είπαμε; :n Χε χε!

      Φιλιά πολλά, Πέτρα μου! ❤
      Καλό απόγευμα και να είσαι καλά!

      Διαγραφή

Ψαξε και θα το βρεις!

Ημερολογιο

Σαν Σημερα

Ποια ειμαι εγω

Η φωτογραφία μου

Kατάγομαι από το πουθενά. Ανήκω σ' εμένα, στα όνειρά μου, στην ομορφιά μου και στην τσαχπινιά μου!

A cat in gloves catches no mice.
— English Proverb

Social Media

Ακολουθουν στο Google+

Συχναζουν εδω

Τα πιο διαβασμενα του 7ημερου

Στο Mailbox σου

Στα νυχια της Roula!

Πινεζες

Γυριζω και μυριζω!

Τσιου!

Πρωτοβουλία από την
Blogger της Διπλανής Πόρτας
κατά της Λογοκλοπής

Ζητα μου −περιπου!− ο,τι θες!

Αν θέλεις να αναδημοσιεύσεις κάποιο από τα κειμενάκια της Roula στείλε μου e-mail —είμαι καταδεχτική γάτα!— Αν βαριέσαι, no bad feelings αλλά οπωσδήποτε να κάνεις αναφορά στην πηγή με link στο blog της Roula.
[Σημ. Τα δικαιώματα των εικόνων και φωτογραφιών που συνοδεύουν τα κείμενα, ανήκουν αποκλειστικά στους δημιουργούς τους. Φωτο της Roula (original − manipulated) είναι όσες φέρουν το σχετικό υδατογράφημα.]
Special Credits
Comments' emoticons (smilies) by :
 
Αυτη τη στιγμη: