Τρίτη, 14 Οκτωβρίου 2014

Ένα ψάρι που δεν το έλεγαν Γουάντα


Καλώς σε!
Μια που σταμάτησες εδώ, θα σου πω εξαρχής ότι δεν θα συστηθώ, με τον καιρό θα γνωριστούμε —οι γάτες, άλλωστε, είναι πολύ επιφυλακτικές. Μπορεί να σου θύμισα κάτι, παλιά στο blog-ο-κουρμπέτι γαρ, κι αν ναι, κράτα το για την ώρα, δεν θέλω να ξεκινήσουμε με συγκινήσεις, αναφορές στα παλιά, “πού ήσουν;”, “γιατί χάθηκες;”... Πίστεψέ με, κανέναν δεν αφορά. Όσοι ήταν να το μάθουν, το ξέρουν.

Φτιάξε καφέ —δεν έχω κάνει ακόμη τα κουμάντα μου— άναψε τσιγάρο —ναι, εδώ, επιτρέπεται το κάπνισμα... Αν, πάλι, δεν το τραβάει ο οργανισμός σου, δεν θα χαλάσουμε τις καρδιές μας, μα μη μου αρχίσεις τ' αντικαπνιστικά σου, άδικα θα χάσεις τις λέξεις σου— και κάτσε να σου πω.

Τα ψάρια τ' αγαπούσα πάντα. Θυμάμαι με νοσταλγία τις κυριακάτικες βόλτες στον Κήπο (στον Εθνικό Κήπο, ντε!), να κρατάω σφιχτά το χέρι του πατέρα μου και να κολλάω ώρα πολλή στις λιμνούλες με τα χρυσόψαρα και τους γυρίνους (κάποιοι, πάντως, έλεγαν πως ήταν βδέλλες).

Για να μου πάρουν ψάρι, ούτε λόγος. Δεν συγκινούνταν ούτε όταν ακκιζόμουν, άδοντας “Ένα χρυσόψαρο μέσα στη γυάλα”.  Μου 'μεινε, λοιπόν, ένας καημός που με τον καιρό πήγε και κρύφτηκε σε μιαν άκρη. Αποκοιμήθηκε, ξεχάστηκε...


Πέρασαν χρόνια πολλά, έκτοτε. Ούτε που θυμόμουν πώς είναι να λαχταράς ένα ψάρι... Κι ούτε, όμως, είχα φανταστεί πώς είναι να σε λαχταράει ένα ψάρι.
(Δεν εννοώ, παιδί μου, αυτό που λένε “είδες ψάρι στον ύπνο σου; Το ψάρι είναι λαχτάρα!”, πού πήγε το μυαλό σου;!)

Αίφνης, εκεί που έκοβα τα σουλάτσα μου τα όμορφα στα κεραμίδια, παρουσίᾳ και με τη συντροφιά πλήθους γάτων... σκάει στα πόδια μου η γυάλα! Κι όχι, μωρέ... δεν πα' να λένε τα ένστικτα... δεν το 'φαγα.
“Δεν είναι για 'σένα”, οι γάτοι, κοιτάζοντάς το περιφρονητικά. Αλλά, σιγά και μην άκουγα το σινάφι μου.
Το δε ψάρι... άλλος άνθρωπος (!) Θα 'λεγε κανείς πως έξω απ' το στάσιμο νερό και την άλγη της γυάλας του, βρήκε τον εαυτό του! Ώρα είναι, σκεφτόμουν, να βγάλει πνευμόνια και ν' αρχίσει ν' ανασαίνει!...
Archie: You make me feel free.
Wanda: Free?
Archie: Wanda, do you have any idea what it's like being English? Being so correct all the time, being so stifled by this dread of, of doing the wrong thing, of saying to someone “Are you married?” and hearing “My wife left me this morning”, or saying, uh, “Do you have children?” and being told they all burned to death on Wednesday. You see, Wanda, we'll all terrified of embarrassment. That's why we're so... dead. Most of my friends are dead, you know, we have these piles of corpses to dinner. But you're alive, God bless you, and I want to be, I'm so fed up with all this. I want to make love with you, Wanda. I'm a good lover - at least, used to be, back in the early 14th century. Can we go to bed?
Wanda: Yeah.
—A fish called Wanda (1988)

Γάτοι και γάτες μας παρακολουθούσαν από διακριτική απόσταση, τώρα πια περισσότερο από περιέργεια για το ενδιαφέρον αυτό “πείραμα”, όπως πίστευαν πλέον ότι ήταν, παρά για να κατασπαράξουν το ψάρι μου ή να μέμψουν εμένα. Όχι πως δεν το έκαναν μεταξύ τους, κάθε άλλοॱ ήμουν το μαυρόγατο της Κεραμιδοχώρας, κάτι σαν το μαύρο πρόβατο του κοπαδιού.
Έβλεπαν —κι ειρωνικά κρυφογελούσαν— ό,τι δεν είχα παρατηρήσει εγώ: το τρίχωμά μου να χάνει τη στιλπνάδα του και το ψάρι μου να λάμπει, παίρνοντας απ' τον ήλιο ό,τι δεν έφτανε πάνω μου...
Ώσπου, το ίδιο αναπάντεχα με το σπάσιμο της γυάλας μπροστά στα πόδια μου, φανερώθηκε μια μέρα μια καινούργια γυάλα, με πολύχρωμα χαλίκια, βαλισνέρια κι ανούμπια, αστερίες και μυστικές σπηλιές... Το ψάρι μου, δίχως να το σκεφτεί δεύτερη φορά, γλίστρησε από την πλάτη μου και βούτηξε μέσα.


Τέτοιος ήταν ο αιφνιδιασμός που, στην αρχή, δεν κατάλαβα ότι ήταν το δικό μου ψάριॱ ετούτο έμοιαζε τόσο συνηθισμένο, πιο πολύ κι από τα χρυσόψαρα στη λιμνούλα του Εθνικού Κήπου που, όσο κι αν τους έδινα ονόματα και φανταζόμουν ιστορίες για τη ζωή τους στη λίμνη, ποτέ μου δεν κατόρθωσα να τα ξεχωρίσω...

Μόνο όταν είδα τα μάτια του να με κοιτάζουν, μεταφέροντας τα λόγια του, τότε πείστηκα.
— “Έξις δευτέρα φύσις, κουκλίτσα μου! Μερικές φορές ήταν ωραία εκεί έξω, όμως κοίτα εδώ τι θησαυροί με περιμένουν!”
— “Μα, είναι μόνο μια γυάλα! Τα κεραμίδια είναι ένας απέραντος κόσμος, με τ' αστέρια και τον ήλιο και το φεγγάρι από πάνω να σου δείχνουν το δρόμο, να φωτίζουν γωνίες που ούτε φανταζόσουν πως υπάρχουν...”
— “...Και βροχές, και θύελλες και χιόνια... να τρέχεις να κρυφτείς μουσκεμένος ως το κόκαλο... να μην είσαι σίγουρος αν θα καταφέρεις να βρεις απάγκιο, αν θα φας, ούτε κι αν η άλλη μέρα θα 'ναι καλύτερη ή ίδια, ίσως να 'ναι και χειρότερη. Ε;”
— “Μα, είναι μόνο μια γυάλα!... Πώς μπορείς να ζεις μέσα σε μια γυάλα και να χαίρεσαι γι' αυτό, να ειρωνεύεσαι την αληθινή ζωή...;”
— “Δεν είναι γυάλα, μωρό μου. Είναι ενυδρείο!”
— “Βίλα, σα να λέμε... ε;”
— “Μην με ειρωνεύεσαι, είναι ό,τι μπορεί να ζητήσει ένα ψάρι από τη ζωή!”
— “Κι η θάλασσα;” 
— “Α, δεν είμαστε όλα τα ψάρια φτιαγμένα για τη θάλασσα... Άσε που είναι επικίνδυνα, εκεί.”
— “Έζησες κοντά μου, μαζί μου... Στα κεραμίδια! Και τώρα, φοβάσαι τη θάλασσα;”
— “Αν ζούσα στη θάλασσα, δεν θα με είχες γνωρίσει, δεν θα σε είχα γνωρίσει.”
I Wendy− I Wanda− I wonder...
A fish called Wanda (1988)

Μετά, για λίγο, για πολύ λίγο... κοιταζόμασταν... Ένοιωσα τον ήλιο να με ζεσταίνει. Είχα αρχίσει να βαριέμαι, κιόλας...
— “Πού πας; Δε θα μείνεις να μου κάνεις παρέα;”
— “Μπα. Δε χωράω στη γυάλα σου...”
— “Δεν είναι γυάλα, σου είπα! Είναι ενυδρείο! Κι ούτε σου ζήτησα να μπεις μέσα. Πράγματι, δε χωράς.”
— “Δεν χωράω στη ζωή σου, λοιπόν.”
— “Μπορείς να κάτσεις εκεί που βρίσκεσαι. Απ' έξω. Και να μιλάμε.”
— “Αν ήμουν άνθρωπος, θα σου έλεγα ότι δεν γουστάρω να είμαι θεατής σε κανενός τη ζωή, προτιμώ να παίζω στο δικό μου έργο. Δυστυχώς για 'σένα, είσαι ψάρι κι είμαι γάτα. Είμαι ευλογημένη να γυρίζω όλη την Κεραμιδοχώρα... κι ακόμη παραπέρα, κι είσαι καταδικασμένο να 'σαι εσύ ο θεατής... από μια θέση που άλλοι σου όρισαν, σε ζωές που δεν επέλεξες.”

Θύμωσε, μου γύρισε απαξιωτικά την ψαλιδωτή ουρά του, κολύμπησε προς την άλλη μεριά του ενυδρείου, μετά πήγε λίγο αριστερά, λίγο δεξιά... ώσπου ξαναβρέθηκε να με κοιτάζει. Όλο αυτό, επαναλήφθηκε αρκετές φορές μπροστά στα μάτια μου.

Απομακρύνθηκα νωχελικά, λικνίζοντας με χάρη και θράσος τους γοφούς και την ουρά μου.
Δεν γύρισα πίσω, ούτε να το κοιτάξω...
ΚΕΙΜΕΝΟ − ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ © Roula the Cat | Τρίτη, 14 Οκτωβρίου 2014, 01:28

0 Σχολια:

Δημοσίευση σχολίου

Ψαξε και θα το βρεις!

Ημερολογιο

Σαν Σημερα

Ποια ειμαι εγω

Η φωτογραφία μου

Kατάγομαι από το πουθενά. Ανήκω σ' εμένα, στα όνειρά μου, στην ομορφιά μου και στην τσαχπινιά μου!

A cat in gloves catches no mice.
— English Proverb

Social Media

Ακολουθουν στο Google+

Συχναζουν εδω

Τα πιο διαβασμενα του 7ημερου

Στο Mailbox σου

Στα νυχια της Roula!

Πινεζες

Γυριζω και μυριζω!

Τσιου!

Πρωτοβουλία από την
Blogger της Διπλανής Πόρτας
κατά της Λογοκλοπής

Ζητα μου −περιπου!− ο,τι θες!

Αν θέλεις να αναδημοσιεύσεις κάποιο από τα κειμενάκια της Roula στείλε μου e-mail —είμαι καταδεχτική γάτα!— Αν βαριέσαι, no bad feelings αλλά οπωσδήποτε να κάνεις αναφορά στην πηγή με link στο blog της Roula.
[Σημ. Τα δικαιώματα των εικόνων και φωτογραφιών που συνοδεύουν τα κείμενα, ανήκουν αποκλειστικά στους δημιουργούς τους. Φωτο της Roula (original − manipulated) είναι όσες φέρουν το σχετικό υδατογράφημα.]
Special Credits
Comments' emoticons (smilies) by :
 
Αυτη τη στιγμη: